barrier

[ΗΠΑ]/ˈbæriə(r)/
[ΗΒ]/ˈbæriər/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. εμπόδιο, ασπίδα

vt. να περιφράσσει
Word Forms
Pluralbarriers

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

physical barrier

φυσικό εμπόδιο

language barrier

γλωσσικό εμπόδιο

cultural barrier

πολιτισμικό εμπόδιο

social barrier

κοινωνικό εμπόδιο

trade barrier

εμπορικό εμπόδιο

barrier reef

κοραλλιογενής ύφαλος

thermal barrier

θερμικό εμπόδιο

great barrier reef

Μεγάλος Κοραλλιογενής Υφάλως

blood-brain barrier

αιμοεγκεφαλικός φραγμός

tariff barrier

δασμολογικός φραγμός

barrier property

ιδιότητα φραγμού

sound barrier

φράγμα του ήχου

barrier layer

επίπεδο φραγμού

potential barrier

δυνητικό εμπόδιο

non-tariff barrier

μη δασμολογικός φραγμός

noise barrier

ηχοπετάλιο

blood brain barrier

αιμοεγκεφαλικός φραγμός

moisture barrier

εμπόδιο υγρασίας

natural barrier

φυσικό φράγμα

safety barrier

ασφαλής φραγμός

fire barrier

αντιπυρικό εμπόδιο

protective barrier

προστατευτικό φράγμα

barrier system

σύστημα φραγμού

Παραδείγματα Προτάσεων

there was no barrier against the elements.

Δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο απέναντι στα στοιχεία της φύσης.

the cultural barriers to economic growth.

τα πολιτισμικά εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη

heat barriers; heat resistance.

θερμικά εμπόδια· θερμική αντίσταση.

attempts to leapfrog the barriers of class.

προσπάθειες να υπερπηδήσουν τα εμπόδια της τάξης.

set up a barrier between

τοποθέτησε ένα εμπόδιο μεταξύ

remove a barrier between

αφαιρέστε ένα εμπόδιο μεταξύ

Barriers held the crowd back.

Τα εμπόδια συγκράτησαν το πλήθος.

to demolish box-office barriers.

να καταστρέψει τα εμπόδια στα ταμεία.

The age barrier appeared insurmountable.

Το ηλικιακό εμπόδιο φαινόταν αξεπέραστο.

The lorry went into a skid and crashed into the barrier.

Το φορτηγό έχασε τον έλεγχο και προσέκρουσε στο εμπόδιο.

an attempt to break the 100-mile-an-hour barrier .

μια προσπάθεια να ξεπεράσουν το φράγμα των 100 μιλίων την ώρα.

class barriers can be broken down by educational reform.

Τα κοινωνικά εμπόδια μπορούν να ξεπεραστούν με τη μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης.

The car struck the barrier and went off at a glance.

Το αυτοκίνητο χτύπησε το εμπόδιο και έφυγε με μια ματιά.

a barrier to control illegal immigration from Mexico.

ένα εμπόδιο για τον έλεγχο της παράνομης μετανάστευσης από το Μεξικό.

they were outward bound for the Great Barrier Reef.

αναχώρησαν για το Μεγάλο Απορρήφιο στο Μεγάλο Απορρήφιο.

the removal of all legal barriers to the free movement of goods.

η κατάργηση όλων των νομικών εμποδίων για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

outleap the barriers of the particular to reach a universal truth

ξεπεράστε τα εμπόδια του συγκεκριμένου για να φτάσετε σε μια καθολική αλήθεια

Intolerance is a barrier to understanding.See Synonyms at obstacle

Η ανοχή είναι εμπόδιο στην κατανόηση. Δείτε Συνώνυμα στο εμπόδιο

The police put a barrier across the road.

Η αστυνομία έβαλε ένα εμπόδιο στο δρόμο.

Lack of confidence is the biggest barrier to investment in the region.

Η έλλειψη αυτοπεποίθησης είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στις επενδύσεις στην περιοχή.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα