bawled

[ΗΠΑ]/bɔːld/
[ΗΒ]/boʊld/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. παραταγμένη μορφή και παραταγμένος συντονισμός του bawl; να βομβαρδίζει έντονα; να κλαίει θορυβώδως; να καλεί έντονα; να ανακοινώνει ή να ανακοινώνει κάτι

Παραδείγματα Προτάσεων

he bawled when he lost his favorite toy.

κλαίγε από τη στιγμή που χάθηκε το αγαπημένο του παιχνίδι.

the child bawled for his mother.

το παιδί κλαίγε για τη μητέρα του.

she bawled her eyes out at the sad movie.

κλαίγε τα μάτια της από το δυστυχισμένο ταινία.

after the argument, he bawled in frustration.

μετά τη συζήτηση, κλαίγε από απελπισία.

the baby bawled loudly, waking everyone up.

το βρέφος κλαίγε έντονα, ξυπνώντας όλους.

she bawled out her grievances to anyone who would listen.

κλαίγε τις αντιπροσωπείες της σε όποιον θέλει να ακούσει.

he bawled in joy when he heard the good news.

κλαίγε από χαρά όταν ακούστηκαν τα καλά νέα.

they bawled for help when they got lost.

κλαίγε για βοήθεια όταν χάθηκαν.

after the loss of his pet, he bawled for days.

μετά την απώλεια του πρόβατου του, κλαίγε για ημέρες.

she bawled out the wrongdoer in front of everyone.

κλαίγε τον αντιπροσωπευτικό απέναντι σε όλους.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα