beats

[ΗΠΑ]/biːts/
[ΗΒ]/beets/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. μουσική ρυθμός; καρδιακός παλμός; παρακολούθηση (πληθυσμός του beat)
v. να χτυπήσει ή να πετάξει (τρίτη πρόσωπο ενικού παροντικού του beat)
Word Forms
Pluralbeatss

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

beats per minute

παλμοί ανά λεπτό

drum beats

παλμοί τύμπανου

heart beats faster

το καρδιά ταχύνεται

a heavy beat

ένας ισχυρός παλμός

get the beat

πάρε τον ρυθμό

beat the competition

νικήστε τον ανταγωνισμό

Παραδείγματα Προτάσεων

he beats the drum with great enthusiasm.

τον ρυθμούει το τύμπανο με μεγάλη θέρμη.

she beats her personal record every year.

τον ρυθμούει το προσωπικό της ρεκόρ κάθε χρόνο.

the sound of his heart beats was steady.

το ήχος των καρδιακών του ρυθμών ήταν σταθερός.

she beats the competition with her innovative ideas.

τον ρυθμούει την ανταγωνιστικότητα με τις ευφυείς της ιδέες.

he beats around the bush instead of getting to the point.

τον ρυθμούει γύρω από το καρό αντί να πάει στο σημείο.

the athlete beats the world record in the final race.

ο αθλητής τον ρυθμούει τον παγκόσμιο ρεκόρ στην τελική αγώνα.

she beats her fears by facing them head-on.

τον ρυθμούει τους φόβους της αντιμετωπίζοντας τους ανοιχτά.

the band beats out a catchy rhythm.

η μπάντα τον ρυθμούει μια ελκυστική ρυθμική.

he always beats the odds to succeed.

ο πάντα τον ρυθμούει τις πιθανότητες για να επιτύχει.

she beats the clock to finish the project on time.

τον ρυθμούει το ρολόι για να ολοκληρώσει το έργο στην ώρα.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα