became

[ΗΠΑ]/bɪˈkʌm/
[ΗΒ]/bɪˈkəm/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. past tense of become

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

became popular

γέφυρε δημοφιλές

became a trend

γέφυρε μια τάση

became famous

γέφυρε διάσημος

became clear

γέφυρε σαφές

became successful

γέφυρε επιτυχημένος

became an expert

γέφυρε ειδικός

became necessary

γέφυρε απαραίτητο

became difficult

γέφυρε δύσκολο

became a problem

γέφυρε ένα πρόβλημα

Παραδείγματα Προτάσεων

he became a successful entrepreneur.

αυτός έγινε ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας.

she became interested in painting.

αυτή ενδιαφέρθηκε για την ζωγραφική.

the situation became more complicated.

η κατάσταση έγινε πιο περίπλοκη.

they became friends after the trip.

γίνανε φίλοι μετά το ταξίδι.

the weather became colder as winter approached.

ο καιρός έγινε πιο κρύος καθώς πλησίαζε ο χειμώνας.

he became a role model for many.

αυτός έγινε πρότυπο για πολλούς.

the project became a huge success.

το έργο έγινε μια μεγάλη επιτυχία.

she became the leader of the team.

αυτή έγινε η ηγέτης της ομάδας.

the movie became a box office hit.

η ταινία έγινε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία.

he became more confident over time.

αυτός έγινε πιο σίγουρος με την πάροδο του χρόνου.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα