become

[ΗΠΑ]/bɪ'kʌm/
[ΗΒ]/bɪ'kʌm/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να υποστεί μια αλλαγή και να καταλήξει να γίνει
vt. να είναι κατάλληλος
Word Forms
Past Tensebecame
Third Person Singularbecomes
Past Participlebecome
Present Participlebecoming

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

become successful

γίνετε επιτυχημένοι

become friends

γίνετε φίλοι

become famous

γίνετε διάσημοι

become independent

γίνετε ανεξάρτητοι

become one

γίνετε ένα

become a member

γίνετε μέλος

become of

γίνετε από

become extinct

γίνετε εσβησμένοι

become aware of

γίνομαι ενήμερος για

become accustomed to

γίνετε συνηθισμένοι σε

become used to

γίνεται συνηθισμένος

become involved in

γίνετε εμπλεκόμενοι σε

become interested in

γίνετε ενδιαφερόμενοι για

become due

γίνετε ληξιαρχημένοι

become conscious of

γίνεσαι ενσυνείδητος

become deformed

γίνετε παραμορφωμένοι

become attached to

γίνετε συνδεδεμένοι με

become one flesh

γίνετε ένα σώμα

become insolvent

γίνετε αδύναμοι

Παραδείγματα Προτάσεων

become an instant millionaire.

γίνετε εκατομμυριούχος αμέσως.

it will become windy in the west.

Θα δυναμώσει ο άνεμος στα δυτικά.

they wish to become involved.

Επιθυμούν να εμπλακούν.

aspire to become an author

να φιλοδοξήσει να γίνει συγγραφέας

become fashionable for a time

να γίνει της μόδας για ένα διάστημα

She went on to become a senator.

Συνέχισε και έγινε γερουσιαστής.

They are likely to become angry with him.

Είναι πιθανό να θυμώσουν μαζί του.

become queasy at the sight of sb.

να αισθανθεί ναυτία με την όψη κάποιου.

The hernia will strangulate and become necrotic.

Το αιμορραγία θα αποφράξει και θα γίνει νεκρωτικό.

become cheeselike, of necrotic tissue.

να γίνει σαν τυρί, από νεκρωτικό ιστό.

had become a dishonor to the club.

είχε γίνει μια ατιμία για το κλαμπ.

She had become a nightclub hostess.

Είχε γίνει νυχτερινός ξενάγος.

to become the quintessential pseudo-event

να γίνει το χαρακτηριστικό ψευδο-γεγονός

profit has become the holy grail.

το κέρδος έχει γίνει το Άγιο Δισκοπότηρο.

with age this gland can become sluggish.

με την ηλικία αυτός ο αδένας μπορεί να γίνει βραδύς.

her ambition was to become a model.

Η φιλοδοξία της ήταν να γίνει μοντέλο.

he had become a regular attendant at chapel.

είχε γίνει τακτικός θαμώνας στην εκκλησία.

this is likely to become the authoritative study of the subject.

Αυτό είναι πιθανό να γίνει η επίσημη μελέτη του θέματος.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα