bedrock

[ΗΠΑ]/'bedrɒk/
[ΗΒ]/'bɛdrɑk/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. βάση; πέτρα που υποστηρίζει άλλες δομές; βασική αρχή
Word Forms
Past Participlebedrocked
Pluralbedrocks

Παραδείγματα Προτάσεων

honesty is the bedrock of a good relationship.

Η ειλικρίνεια είναι το θεμέλιο μιας καλής σχέσης.

Petroleum or oil photogeology is primarily an evaluation of bedrock conditions.

Η φωτογεωλογία πετρελαίου ή πετρελαίου είναι κυρίως μια αξιολόγηση των συνθηκών του βασανιστικού πετρωματος.

Bedrock beneath Hebgen Lake warped and rotated, causing a seiche in the lake.

Ο βράχος κάτω από τη λίμνη Hebgen παραμορφώθηκε και περιστράφηκε, προκαλώντας ένα seiche στη λίμνη.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα