beehives

[US]/biːˈhaɪvz/
[UK]/biːˈhaɪvz/
Frequency: Very High

Translation

n. Ένας τόπος όπου ζουν τα μελισσοτροφικά ζώα και παράγουν μέλι. Ένας συμπαγής ή ανενδιάμεσος τόπος.

Example Sentences

beekeepers manage several beehives.

Οι μελισσοκόμοι διαχειρίζονται πολλά μελισσοκάτοικα.

bees collect nectar from flowers to fill their beehives.

Οι μέλισσες συλλέγουν νεκτάρ από τα λουλούδια για να γεμίσουν τους μελισσοκάτοικους τους.

it is important to inspect beehives regularly.

Είναι σημαντικό να ελέγχετε τους μελισσοκάτοικους κανονικά.

beeswax is often harvested from beehives.

Το κερί των μελισσών συχνά ανακτάται από τους μελισσοκάτοικους.

some beehives are designed to be portable.

Κάποιοι μελισσοκάτοικοι σχεδιάζονται για να είναι κινητοί.

beekeeping requires knowledge of beehives.

Η μελισσοκομία απαιτεί γνώση για τους μελισσοκάτοικους.

bees communicate through pheromones in their beehives.

Οι μέλισσες επικοινωνούν μέσω φερομονών στους μελισσοκάτοικους τους.

in winter, beehives need special care.

Κατά την χειμερινή περίοδο, οι μελισσοκάτοικοι χρειάζονται ειδική φροντίδα.

beekeepers often relocate their beehives for better pollination.

Οι μελισσοκόμοι συχνά μετακινούν τους μελισσοκάτοικους τους για καλύτερη πολλαπλασιασμό.

healthy beehives contribute to the ecosystem.

Οι υγιεινοί μελισσοκάτοικοι συμβάλλουν στο οικοσύστημα.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now