belligerence

[ΗΠΑ]/bəˈlɪdʒərəns/
[ΗΒ]/bəˈlɪdʒərəns/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. συμμετοχή σε πόλεμο, προηγούμενη τάση προς την επιθετικότητα, πολεμική φύση.
Word Forms

Παραδείγματα Προτάσεων

His belligerence often leads to conflicts with others.

Η αντιπαθία του συχνά οδηγεί σε συγκρούσεις με άλλους.

The politician's belligerence towards his opponents is well-known.

Η αντιπαθία του πολιτικού προς τους αντιπάλους του είναι γνωστή.

The team's belligerence on the field intimidated their opponents.

Η αντιπαθία της ομάδας στο πεδίο τρομοκρατούσε τους αντιπάλους της.

Her belligerence in negotiations helped her secure a better deal.

Η αντιπαθία της στις διαπραγματεύσεις τη βοήθησε να αποκτήσει καλύτερη συμφωνία.

The teacher had to address the student's belligerence in class.

Ο δάσκαλος έπρεπε να αντιμετωπίσει την αντιπαθία του μαθητή στην τάξη.

The company's belligerence in the market helped them gain a competitive edge.

Η αντιπαθία της εταιρείας στην αγορά της βοήθησε να κερδίσει προβάδιο.

The military leader's belligerence was evident in his aggressive tactics.

Η αντιπαθία του στρατιωτικού αρχηγού ήταν φανερή στις επιθετικές του στρατηγικές.

The belligerence of the dog scared off intruders from the property.

Η αντιπαθία του σκύλου έπρεπε να φοβιστούν οι εισβολείς από την ιδιοκτησία.

The coach had to address the player's belligerence towards the referees.

Ο προπονητής έπρεπε να αντιμετωπίσει την αντιπαθία του παίκτη προς τους διαιτητές.

Her belligerence towards criticism often alienated her colleagues.

Η αντιπαθία της προς τις κριτικές συχνά την απομονώνει από τους συνάδελφους της.

Παραδείγματα από τον πραγματικό κόσμο

Five-and-a-half decades of history show us that such belligerence inhibits better judgment.

Πεντακοσια πεντε χρονια ιστοριας μας δειχνουν οτι τετοια αντιπροσωπευτικοτητα περιοριζει την καλυτερη κριτικη.

Πηγή: NPR News December 2014 Collection

Though the boy does have a certain belligerence.

Παρολο οτι το παιδι εχει μια συγκεκριμενη αντιπροσωπευτικοτητα.

Πηγή: Game of Thrones Season 1

He looked me in the eye with something like belligerence.

Με κοιταξε στα ματια μου με κατι που ομοιαζε με αντιπροσωπευτικοτητα.

Πηγή: Cross Stream (Part 1)

Today though with the rise of China and Russia's renewed belligerence, a successor to the SR71 is now in testing, and is rumored to hit speeds as high as Mach 6.

Σημερα παρολο οτι με την αναβαθμιση της Κινας και της Ρωσιας, η αντιπροσωπευτικοτητα της οποιας εχει ανακαλυφθει, η επομενη γενια του SR71 ειναι τωρα σε δοκιμαστικη φαση και εχει ακουστει να φτανει σε ταχυτητες ως και Mach 6.

Πηγή: World Atlas of Wonders

For Ruburt's edification, this hardheaded egotistical belligerence is somewhat of a good thing, in that without it our sessions, theoretically and perhaps practically, could result in undisciplined and even to some extent dangerous exhibitions of shilly-shallyings, without adequate controls.

Για την ενημέρωση του Ruburt, αυτή η αντιπροσωπευτικότητα που είναι από την πλευρά του αυτοεξυπνή και απεριόριστη είναι κάποιος καλός πράγμα, γιατί χωρίς αυτή τα συναντήσεις μας, θεωρητικά και πιθανόν πρακτικά, μπορεί να οδηγήσουν σε απεριόριστες και ακόμα και κάποιες επικίνδυνες εκθέσεις των συνεχών αποφάσεων, χωρίς αρκετές ελέγχους.

Πηγή: The Early Sessions

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα