bereaved

[ΗΠΑ]/biˈri:vd/
[ΗΒ]/bɪ'rivd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. με θλίψη από απώλεια· νεκρός
n. ένα άτομο που έχει χάσει ένα αγαπημένο πρόσωπο
vt. να προκαλέσει σε κάποιον απώλεια
Word Forms
Past Participlebereaved
Pluralbereaveds

Παραδείγματα Προτάσεων

the affliction of a bereaved family;

η πληγή μιας κατακλυμμένης οικογένειας;

He was bereaved of his wife last year.

Έχασε τη σύζυγό του πέρυσι.

The bereaved has entered the church. The bereaved were comforted by their friends.

Οι οδυνημένοι μπήκαν στην εκκλησία. Οι οδυνημένοι παρηγορήθηκαν από τους φίλους τους.

a bereaved person needs time to work through their sorrow.

Ένα άτομο που έχει βιώσει απώλεια χρειάζεται χρόνο για να ξεπεράσει τη λύπη του.

We extended our condolences to the bereaved family.

Εκφράσαμε την ειλικρινή θλίψη μας στην οδυνημένη οικογένεια.

The recent outbreak of hepatitis bereaved the happy family of three members.

Η πρόσφατη επιδημία ηπατίτιδας στέρησε την ευτυχία από την οικογένεια των τριών μελών.

Illness bereaved her of her husband.

Η ασθένεια την στέρησε από τον σύζυγό της.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα