bereft

[ΗΠΑ]/bɪˈreft/
[ΗΒ]/bɪ'rɛft/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. στερημένος από κάτι· ελλιπής σε κάτι
v. να στερείται κάτι

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

bereft of hope

απογυμνωμένος από ελπίδα

bereft of love

απογυμνωμένος από αγάπη

bereft of family

απογυμνωμένος από οικογένεια

bereft of resources

απογυμνωμένος από πόρους

bereft of options

απογυμνωμένος από επιλογές

bereft of support

απογυμνωμένος από υποστήριξη

bereft of joy

απογυμνωμένος από χαρά

bereft of

απογυμνωμένος από

Παραδείγματα Προτάσεων

They are bereft of their dignity.

Είναι άδειοι από την αξιοπρέπειά τους.

Indignation bereft him of speech.

Η αγανάκτηση τον έκανε να μην μπορεί να μιλήσει.

Anger bereft him of words.

Ο θυμός τον άφησε άφωνο.

her room was stark and bereft of colour.

Το δωμάτιό της ήταν λιτό και χωρίς χρώμα.

murder left innocent people bereft and unfriended.

Ο φόνος άφησε αθώους ανθρώπους άδειους και χωρίς φίλους.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα