berths

[US]/bɜːrðz/
[UK]/bɝːθz/
Frequency: Very High

Translation

n. η πληθική μορφή του berth, που σημαίνει κατασκήνωση σε πλοίο ή τραμπολίνο; ένα σημείο παραμονής για ένα πλοίο.
v. να αναπαραστατικοποιήσει ένα πλοίο; να παρέχει σε κάποιον ένα berth.

Example Sentences

there are several berths available for new boats.

Υπάρχουν πολλά καταπολεμήσια για νέα πλοία.

the harbor has expanded to accommodate more berths.

Ο λιμένας έχει επεκταθεί για να χωρέσουν περισσότερα καταπολεμήσια.

we need to reserve our berths in advance.

Πρέπει να κρατήσουμε τα καταπολεμήσια μας εκ των προτέρων.

the cruise ship docked at one of the largest berths.

Το κρουαζιερόπλοιο πρόσαρτησε σε ένα από τα μεγαλύτερα καταπολεμήσια.

berths are assigned based on the size of the vessel.

Τα καταπολεμήσια κατανέμονται βάσει του μεγέθους του πλοίου.

he checked the availability of berths online.

Ελέγξαμε τη διαθεσιμότητα των καταπολεμήσιων online.

the marina offers both short-term and long-term berths.

Η μαρίνα προσφέρει και σύντομης και μακράς διάρκειας καταπολεμήσια.

there was a waiting list for the most popular berths.

Υπήρχε λίστα αναμονής για τα πιο δημοφιλή καταπολεμήσια.

the captain carefully maneuvered the boat into its berth.

Ο καπετάνιος έκανε προσεκτικά τις κινήσεις για να εισέλθει το πλοίο στο καταπολεμήσιο του.

maintenance of the berths is crucial for safety.

Η συντήρηση των καταπολεμήσιων είναι κρίσιμη για την ασφάλεια.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now