besmirched

[US]/bɛˈmɜːrtʃd/
[UK]/bəˈmɪrcht/
Frequency: Very High

Translation

v. να προσβάλλει την προσωπικότητα ή το καλό όνομα κάποιου ή κάτις; να ρυπαίνει ή να βλάπτει κάτι.

Phrases & Collocations

besmirched reputation

παραβιασμένη δόξα

a besmirched name

ένα παραβιασμένο όνομα

besmirched by scandal

βλασφημημένος από σκάνδαλο

a besmirched legacy

ένα παραβιασμένο έργο

besmirched by lies

παραβιασμένο από ψεύδη

a besmirched masterpiece

ένα παραβιασμένο μεγαλοπρεπές έργο

Example Sentences

her reputation was besmirched by false accusations.

η διακριτικότητά της υποβιβάστηκε από ψευδείς καταγγελίες.

the scandal besmirched the politician's career.

το σκάνδαλο υποβιβάστηκε την καριέρα του πολιτικού.

he felt his honor was besmirched after the incident.

είχε την αίσθηση ότι η τιμή του υποβιβάστηκε μετά το περιστατικό.

the company's image was besmirched by the unethical practices.

η εικόνα της εταιρείας υποβιβάστηκε από τις ανεθικές πρακτικές.

she worked hard to clear her name after it was besmirched.

έκανε προσπάθεια να αποκαταστήσει το όνομά της μετά την υποβίβαση.

the article besmirched his character without any evidence.

το άρθρο υποβιβάστηκε το χαρακτήρα του χωρίς να υπάρχουν αποδείξεις.

his actions besmirched the legacy of his family.

τα πράγματα του υποβιβάστηκαν την κληρονομιά της οικογένειάς του.

they tried to besmirch her reputation with rumors.

προσπάθησαν να υποβιβάσουν τη διακριτικότητά της με φήμες.

it is unfair to besmirch someone's character based on hearsay.

δεν είναι δίκαιο να υποβιβάσεις το χαρακτήρα κάποιου βάσει φήμες.

the documentary aimed to reveal the truth and not besmirch anyone.

το επεισόδιο είχε ως σκοπό να αποκαλύψει την αλήθεια και να μην υποβιβάσει κανέναν.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now