besmirching

[US]/bɛˈsmɜːrʃɪŋ/
[UK]/bəˈsmɜːrʃɪŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. να προκαλέσει ζημιά στην προσωπικότητα κάποιου ή κάτις; να ρυπαίνει ή να ρυπαίνει.

Phrases & Collocations

besmirching someone's reputation

βλάπτοντας την αξιοπρέπεια κάποιου

Example Sentences

he was accused of besmirching her reputation.

επηρεάστηκε για τη βλάβη της δόξας της.

besmirching someone's character can have serious consequences.

η βλάβη της προσωπικότητας κάποιου μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.

she felt hurt by the rumors besmirching her image.

ήταν τραυματισμένη από τις φήμες που βλάπτουν την εικόνα της.

they are trying to besmirch the company's good name.

προσπαθούν να βλάψουν το καλό όνομα της εταιρείας.

his actions were seen as besmirching the team's integrity.

τα πράγματα του θεωρήθηκαν ως βλάβη της ακεραιότητας της ομάδας.

besmirching public figures is unfortunately common in politics.

η βλάβη δημοσιογραφικών προσώπων είναι αντικατοπτρικά συνήθης στην πολιτική.

the article was criticized for besmirching the scientist's work.

το άρθρο κριτική για τη βλάβη της εργασίας του επιστήμονα.

she refused to engage in besmirching her competitors.

αρνήθηκε να συμμετέχει στη βλάβη των ανταγωνιστών της.

he apologized for besmirching the community's reputation.

έκανε επίδειξη μετανοίας για τη βλάβη της δόξας της κοινότητας.

falsely besmirching someone's name is unethical.

ψευδώς βλάβη του ονόματος κάποιου είναι ανεθική.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now