besting

[ΗΠΑ]/ˈbɛstɪŋ/
[ΗΒ]/ˈbɛstɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να νικήσει ή να υπερβεί κάποιον ή κάτι; να υπερέχει.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

besting oneself

νίκησμα του εαυτού

besting expectations

νίκησμα των προσδοκιών

besting the competition

νίκησμα της ανταγωνιστικότητας

Παραδείγματα Προτάσεων

the athlete is besting all his competitors this season.

Ο αθλητής υπερκεράτωσε όλους τους αντιπάλους του φέτος χρόνου.

she is besting her previous record in the marathon.

Υπερκεράτωσε το προηγούμενο της ρεκόρ στο μαραθώνιο.

our team is besting expectations in the tournament.

Ο ομάδα μας υπερκεράτωσε τις προσδοκίες στο τουρνουά.

he is besting his colleagues in the sales department.

Υπερκεράτωσε τους συναδέλφους του στο τμήμα πωλήσεων.

they are besting their rivals with innovative strategies.

Υπερκεράτωσαν τους αντιπάλους τους με ευφυείς στρατηγικές.

she is besting herself by learning new skills.

Υπερκεράτωσε τον εαυτό της μαθαίνοντας νέες δεξιότητες.

the new software is besting the old version in performance.

Το νέο λογισμικό υπερκεράτωσε την παλιά έκδοση σε απόδοση.

he enjoys besting his friends in chess.

Απολαμβάνει να υπερκεράτωσε τους φίλους του στο σκάκι.

the company is besting its sales targets this quarter.

Η εταιρεία υπερκεράτωσε τους στόχους πωλήσεων της αυτό το τρίμηνο.

by training harder, she is besting her previous achievements.

Με πιο σκληρή προπόνηση, υπερκεράτωσε τις προηγούμενες της επιτυχίες.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα