bestows

[ΗΠΑ]/bɪˈstəʊz/
[ΗΒ]/bɪˈstoʊz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. Παρέχει ή δίνει κάτι ως δώρο ή τιμή.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

bestows honor

παρέχει τιμή

bestows blessings

παρέχει ευλογίες

bestows recognition

παρέχει αναγνώριση

bestows awards

παρέχει βραβεία

bestows praise

παρέχει επαίνους

bestows gifts

παρέχει δώρα

bestows knowledge

παρέχει γνώση

bestows power

παρέχει δύναμη

bestows fortune

παρέχει τύχη

bestows love

παρέχει αγάπη

Παραδείγματα Προτάσεων

the university bestows degrees upon its graduates.

το πανεπιστήμιο χορηγεί βαθμούς στους απόφοιτους του.

the award bestows recognition to outstanding achievements.

το βραβείο χορηγεί αναγνώριση σε εξαιρετικές επιδόσεις.

the charity bestows hope to those in need.

η φιλανθρωπία χορηγεί ελπίδα σε αυτούς που την χρειάζονται.

the teacher bestows knowledge on her students.

η δασκάλα χορηγεί γνώση στους μαθητές της.

the king bestows titles upon his loyal subjects.

ο βασιλιάς χορηγεί τίτλους στους πιστούς υπηρέτες του.

the festival bestows joy to the entire community.

το φεστιβάλ χορηγεί χαρά στην όλη κοινότητα.

the mentor bestows wisdom through his experiences.

ο σύμβουλος χορηγεί σοφία μέσω των εμπειριών του.

the organization bestows scholarships to deserving students.

η οργάνωση χορηγεί επιδοτήσεις σε αξιόλογους φοιτητές.

the ceremony bestows honors on exceptional individuals.

η τελετή χορηγεί τιμές σε εξαιρετικά άτομα.

the grant bestows funding for innovative projects.

η χορήγηση χορηγεί χρηματοδότηση για επαναστατικά έργα.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα