better oneself
βελτιώνει τον εαυτό του
better the situation
βελτιώνει την κατάσταση
bettered by experience
βελτιωμένος/η/ο από/από την εμπειρία
bettered his performance
βελτίωσε την απόδοσή του
bettered her skills
βελτίωσε τις δεξιότητές της
bettered his knowledge
βελτίωσε τις γνώσεις του
bettered the outcome
βελτίωσε το αποτέλεσμα
bettered their relationship
βελτίωσε τη σχέση τους
bettered the product
βελτίωσε το προϊόν
bettered their lives
βελτίωσε τη ζωή τους
her performance has bettered over the years.
η απόδοσή της έχει βελτιωθεί με τα χρόνια.
they have bettered their previous record.
έχουν ξεπεράσει το προηγούμενο ρεκόρ τους.
he believes that education can bettered society.
πιστεύει ότι η εκπαίδευση μπορεί να βελτιώσει την κοινωνία.
my cooking skills have bettered since i took the class.
οι μαγειρικές μου ικανότητες έχουν βελτιωθεί από τότε που παρακολούθησα το μάθημα.
the new policy has bettered the working conditions.
η νέα πολιτική έχει βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας.
she has bettered her health through regular exercise.
έχει βελτιώσει την υγεία της μέσω της τακτικής άσκησης.
his attitude has bettered after the feedback.
η στάση του έχει βελτιωθεί μετά την ανατροφοδότηση.
we hope that the community will be bettered by this initiative.
ελπίζουμε ότι η κοινότητα θα βελτιωθεί με αυτή την πρωτοβουλία.
her artwork has bettered with each exhibition.
η δουλειά της έχει βελτιωθεί με κάθε έκθεση.
they are committed to bettered their customer service.
δεσμεύονται να βελτιώσουν την εξυπηρέτηση πελατών τους.
better oneself
βελτιώνει τον εαυτό του
better the situation
βελτιώνει την κατάσταση
bettered by experience
βελτιωμένος/η/ο από/από την εμπειρία
bettered his performance
βελτίωσε την απόδοσή του
bettered her skills
βελτίωσε τις δεξιότητές της
bettered his knowledge
βελτίωσε τις γνώσεις του
bettered the outcome
βελτίωσε το αποτέλεσμα
bettered their relationship
βελτίωσε τη σχέση τους
bettered the product
βελτίωσε το προϊόν
bettered their lives
βελτίωσε τη ζωή τους
her performance has bettered over the years.
η απόδοσή της έχει βελτιωθεί με τα χρόνια.
they have bettered their previous record.
έχουν ξεπεράσει το προηγούμενο ρεκόρ τους.
he believes that education can bettered society.
πιστεύει ότι η εκπαίδευση μπορεί να βελτιώσει την κοινωνία.
my cooking skills have bettered since i took the class.
οι μαγειρικές μου ικανότητες έχουν βελτιωθεί από τότε που παρακολούθησα το μάθημα.
the new policy has bettered the working conditions.
η νέα πολιτική έχει βελτιώσει τις συνθήκες εργασίας.
she has bettered her health through regular exercise.
έχει βελτιώσει την υγεία της μέσω της τακτικής άσκησης.
his attitude has bettered after the feedback.
η στάση του έχει βελτιωθεί μετά την ανατροφοδότηση.
we hope that the community will be bettered by this initiative.
ελπίζουμε ότι η κοινότητα θα βελτιωθεί με αυτή την πρωτοβουλία.
her artwork has bettered with each exhibition.
η δουλειά της έχει βελτιωθεί με κάθε έκθεση.
they are committed to bettered their customer service.
δεσμεύονται να βελτιώσουν την εξυπηρέτηση πελατών τους.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα