bewail one's bad luck
να θρηνείτε για την κακή τύχη
bewail for sb.'s death
να θρηνείτε για τον θάνατο κάποιου
bewail over one's misfortune
να θρηνείτε για την ατυχία κάποιου
bewailed the curse of ill health.
θρήνησε την κατάρα της κακής υγείας.
men will bewail the loss of earlier freedoms.
οι άνδρες θα θρηνήσουν την απώλεια των προηγούμενων ελευθεριών.
bewail one's bad luck
να θρηνείτε για την κακή τύχη
bewail for sb.'s death
να θρηνείτε για τον θάνατο κάποιου
bewail over one's misfortune
να θρηνείτε για την ατυχία κάποιου
bewailed the curse of ill health.
θρήνησε την κατάρα της κακής υγείας.
men will bewail the loss of earlier freedoms.
οι άνδρες θα θρηνήσουν την απώλεια των προηγούμενων ελευθεριών.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα