bewail

[ΗΠΑ]/bɪ'weɪl/
[ΗΒ]/bɪ'wel/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να εκφράζει βαθύ θρήνο ή πένθος· να θρηνεί λυπημένα· να κατακρίνει με βαθύ συναίσθημα.
Word Forms
Past Tensebewailed
Past Participlebewailed
Present Participlebewailing
Third Person Singularbewails
Pluralbewails

Παραδείγματα Προτάσεων

bewail one's bad luck

να θρηνείτε για την κακή τύχη

bewail for sb.'s death

να θρηνείτε για τον θάνατο κάποιου

bewail over one's misfortune

να θρηνείτε για την ατυχία κάποιου

bewailed the curse of ill health.

θρήνησε την κατάρα της κακής υγείας.

men will bewail the loss of earlier freedoms.

οι άνδρες θα θρηνήσουν την απώλεια των προηγούμενων ελευθεριών.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα