bewildering

[ΗΠΑ]/bɪˈwɪldərɪŋ/
[ΗΒ]/bɪˈwɪldərɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. σύγχυση προκαλούσα· που προκαλεί σύγχυση ή απορία σε κάποιον· συντριπτική σε ποσότητα ή πολυπλοκότητα.
Word Forms
Present Participlebewildering

Παραδείγματα Προτάσεων

a bewildering array of choices.

μια εκπληκτικά μεγάλη ποικιλία επιλογών.

there is a bewildering lack of certainty and clarity in the law.

υπάρχει μια εκπληκτικά μεγάλη έλλειψη βεβαιότητας και σαφήνειας στο νόμο.

The styles change with bewildering rapidity.

Τα στυλ αλλάζουν με εκπληκτική ταχύτητα.

I found the experience quite bewildering.

Βρήκα την εμπειρία αρκετά μπερδεμένη.

a totally bewildering array of different wines

μια εντελώς εκπληκτικά μεγάλη ποικιλία διαφορετικών κρασιών

the decade spawned a bewildering variety of books on the forces.

η δεκαετία παρήγαγε μια εκπληκτικά μεγάλη ποικιλία βιβλίων για τις δυνάμεις.

a word that serves as a catchall for a bewildering array of computer accessories.

μια λέξη που χρησιμεύει ως catchall για μια εκπληκτικά μεγάλη ποικιλία υπολογιστικών αξεσουάρ.

calls to conserve our national heritage in the face of bewildering change.

εκκλήσεις για την διατήρηση της εθνικής μας κληρονομιάς ενάντια στην εκπληκτική αλλαγή.

The brilliant career of the great French footballer Eric Cantona,and the unruly nature of his character,together present a bewildering picture.

Η λαμπρή καριέρα του μεγάλου Γάλλου ποδοσφαιριστή Eric Cantona και η άτακτη φύση του χαρακτήρα του, μαζί παρουσιάζουν μια μπερδεμένη εικόνα.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα