| Plural | bewitchments |
fall under bewitchment
πέσει υπό την εξουσία της παρατραβήσεως
resist the bewitchment
αντισταθεί στην παρατραβήσεως
escape from bewitchment
φύγε από την παρατραβήσεως
succumb to bewitchment
υποχωρήσει στην παρατραβήσεως
the bewitchment of the forest captivated all who entered.
Η μαγεία της γιγάντιας δασικής περιοχής έκλεβε την προσοχή όλων όσοι εισέρχονταν.
her bewitchment was evident in the way he gazed at her.
Η μαγεία της ήταν αισθητή στον τρόπο που την κοιτούσε.
he spoke with a bewitchment that held the audience spellbound.
Έλεγχε το κοινό με μια μαγεία που το έκανε να παραμένει σε απόλυτη απόρρητη θέση.
the bewitchment of the night sky filled them with wonder.
Η μαγεία του βραδυνού ουρανού τους γέμισε με θαυμάσιο.
she felt the bewitchment of the music as she danced.
Αισθάνονταν τη μαγεία της μουσικής ενώ χορεύονταν.
the bewitchment of the old castle drew tourists from far and wide.
Η μαγεία του παλιού κάστρου έλκυσε τους τουριστές από πολύ μακριά.
his bewitchment over the crowd was undeniable.
Η μαγεία του πάνω από το πλήθος ήταν αμφισβητήσιμη.
in her eyes, there was a bewitchment that enchanted everyone.
Στα μάτια της υπήρχε μια μαγεία που έκανε όλους να παρασταθούν.
the bewitchment of the sunset painted the sky in vibrant colors.
Η μαγεία της εξαγοράς του ηλιοκεντρικού ουρανού έχρωμα τον ουρανό με ζωντανά χρώματα.
he was caught in the bewitchment of her charm.
Έπεσε στη μαγεία της ελκυστικότητας της.
fall under bewitchment
πέσει υπό την εξουσία της παρατραβήσεως
resist the bewitchment
αντισταθεί στην παρατραβήσεως
escape from bewitchment
φύγε από την παρατραβήσεως
succumb to bewitchment
υποχωρήσει στην παρατραβήσεως
the bewitchment of the forest captivated all who entered.
Η μαγεία της γιγάντιας δασικής περιοχής έκλεβε την προσοχή όλων όσοι εισέρχονταν.
her bewitchment was evident in the way he gazed at her.
Η μαγεία της ήταν αισθητή στον τρόπο που την κοιτούσε.
he spoke with a bewitchment that held the audience spellbound.
Έλεγχε το κοινό με μια μαγεία που το έκανε να παραμένει σε απόλυτη απόρρητη θέση.
the bewitchment of the night sky filled them with wonder.
Η μαγεία του βραδυνού ουρανού τους γέμισε με θαυμάσιο.
she felt the bewitchment of the music as she danced.
Αισθάνονταν τη μαγεία της μουσικής ενώ χορεύονταν.
the bewitchment of the old castle drew tourists from far and wide.
Η μαγεία του παλιού κάστρου έλκυσε τους τουριστές από πολύ μακριά.
his bewitchment over the crowd was undeniable.
Η μαγεία του πάνω από το πλήθος ήταν αμφισβητήσιμη.
in her eyes, there was a bewitchment that enchanted everyone.
Στα μάτια της υπήρχε μια μαγεία που έκανε όλους να παρασταθούν.
the bewitchment of the sunset painted the sky in vibrant colors.
Η μαγεία της εξαγοράς του ηλιοκεντρικού ουρανού έχρωμα τον ουρανό με ζωντανά χρώματα.
he was caught in the bewitchment of her charm.
Έπεσε στη μαγεία της ελκυστικότητας της.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now