| Plural | bilinguals |
bilingual teaching
διμερής διδασκαλία
bilingual education
διμερής εκπαίδευση
bilingual dictionary
διμερής λεξικό
bilingual edition
διμερής έκδοση
bilingual training; bilingual education.
δίγλωσση εκπαίδευση; δίγλωσση εκπαίδευση.
monolingual and bilingual editions.
μονογλωσσικές και δίγλωσσες εκδόσεις.
polyglot and bilingual technical dictionaries.
πολυγλωσσικά και δίγλωσσα τεχνικά λεξικά.
the town is virtually bilingual in Dutch and German.
το χωριό είναι σχεδόν δίγλωσσο στο ολλανδικό και τη γερμανική.
He is virtually bilingual in Spanish and Portuguese.
Είναι σχεδόν δίγλωσσος στα ισπανικά και τα πορτογαλικά.
She works as a bilingual secretary for an insurance company.
Εργάζεται ως δίγλωσση γραμματέας σε μια εταιρεία ασφαλίσεων.
bilingual teaching
διμερής διδασκαλία
bilingual education
διμερής εκπαίδευση
bilingual dictionary
διμερής λεξικό
bilingual edition
διμερής έκδοση
bilingual training; bilingual education.
δίγλωσση εκπαίδευση; δίγλωσση εκπαίδευση.
monolingual and bilingual editions.
μονογλωσσικές και δίγλωσσες εκδόσεις.
polyglot and bilingual technical dictionaries.
πολυγλωσσικά και δίγλωσσα τεχνικά λεξικά.
the town is virtually bilingual in Dutch and German.
το χωριό είναι σχεδόν δίγλωσσο στο ολλανδικό και τη γερμανική.
He is virtually bilingual in Spanish and Portuguese.
Είναι σχεδόν δίγλωσσος στα ισπανικά και τα πορτογαλικά.
She works as a bilingual secretary for an insurance company.
Εργάζεται ως δίγλωσση γραμματέας σε μια εταιρεία ασφαλίσεων.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα