bipedalism

[US]/baɪˈpɛd.əlɪzəm/
[UK]/baiˈpedəˌlɪzəm/
Frequency: Very High

Translation

n. Η ικανότητα να περπατάει όρθιος σε δύο πόδια.
Word Forms

Phrases & Collocations

bipedalism's evolution

η εξέλιξη του διποδισμού

adaptations for bipedalism

προσαρμογές για διποδισμό

advantages of bipedalism

πλεονεκτήματα της διποδικής κίνησης

bipedalism in primates

διποδισμός στα πρωνήπια

Example Sentences

bipedalism is a key adaptation in human evolution.

Η διποδική κίνηση είναι μια κλειδαριστική προσαρμογή στην ανθρωπογενή εξέλιξη.

many primates exhibit forms of bipedalism.

Πολλά πρωτεύοντα εμφανίζουν μορφές διποδικής κίνησης.

bipedalism allows for more efficient long-distance travel.

Η διποδική κίνηση επιτρέπει πιο αποτελεσματικό ταξίδι μεγάλων αποστάσεων.

the study of bipedalism provides insights into locomotion.

Η μελέτη της διποδικής κίνησης παρέχει υποδείξεις για την κινητικότητα.

bipedalism may have evolved due to environmental changes.

Η διποδική κίνηση μπορεί να έχει εξελιχθεί λόγω αλλαγών στο περιβάλλον.

some animals switch between quadrupedalism and bipedalism.

Κάποια ζώα αλλάζουν μεταξύ τετραποδικής και διποδικής κίνησης.

bipedalism is often associated with tool use in humans.

Η διποδική κίνηση συνδέεται συχνά με τη χρήση εργαλείων στους ανθρώπους.

research on bipedalism can help us understand human anatomy.

Η έρευνα στη διποδική κίνηση μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την ανθρώπινη ανατομία.

bipedalism has implications for energy expenditure in walking.

Η διποδική κίνηση έχει επιπτώσεις στην κατανάλωση ενέργειας κατά την περπάτηση.

the evolution of bipedalism marks a significant milestone.

Η εξέλιξη της διποδικής κίνησης σηματοδοτεί ένα σημαντικό μιλιόνας.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now