birthrates

[US]/'bə:θreit/
[UK]/ˈbə..θˌret/
Frequency: Very High

Translation

n. ο αριθμός των γεννήσεων ανά μονάδα πληθυσμού

Example Sentences

The birthrate is on the decline.

Η γεννητικότητα είναι σε πτώση.

The birthrate is on the decrease.

Η γεννητικότητα είναι σε μείωση.

The birthrate is down this year.

Η γεννητικότητα είναι σε πτώση φέτος.

The birthrate in the city has been decreasing.

Η γεννητικότητα στην πόλη έχει μειώνεται.

The birthrate in the country has been steadily declining.

Η γεννητικότητα στη χώρα έχει σταθερά μειώνεται.

High birthrates can put a strain on resources.

Υψηλές γεννητικότητες μπορεί να προκαλέσουν πίεση στους πόρους.

Government policies can influence the birthrate of a nation.

Οι πολιτικές του κρατικού προσδιορίζουν τη γεννητικότητα μιας χώρας.

The birthrate is an important factor in determining population growth.

Η γεννητικότητα είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την προσδιορισμό της αύξησης του πληθυσμού.

Economic stability can impact birthrates.

Η οικονομική σταθερότητα μπορεί να επηρεάσει τις γεννητικότητες.

Some countries offer incentives to increase their birthrates.

Κάποιες χώρες προσφέρουν επιδοτήσεις για την αύξηση της γεννητικότητάς τους.

A declining birthrate can lead to an aging population.

Μια μειούμενη γεννητικότητα μπορεί να οδηγήσει σε ηλικιωμένο πληθυσμό.

Social factors play a role in determining birthrates.

Οι κοινωνικοί παράγοντες παίζουν ρόλο στην προσδιορισμό των γεννητικοτήτων.

Educational opportunities can impact birthrates.

Οι ευκαιρίες εκπαίδευσης μπορεί να επηρεάσουν τις γεννητικότητες.

Healthcare access can influence birthrates.

Η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη μπορεί να επηρεάσει τις γεννητικότητες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now