bitterly

[US]/ˈbɪtəlɪ/
[UK]/'bɪtɚli/
Frequency: Very High

Translation

adv. με απρόθυμο τρόπο; με αντίσταση; με ασχήμια, με λυπηρό τρόπο.

Phrases & Collocations

bitterly cold

πολύ ψυχρό

bitterly disappointed

βολικά απογοητευμένος

bitterly regret

βαθιά λυπηρό

Example Sentences

It was bitterly cold that day.

Ήταν από το πιο ψυχρό την εκείνη την ημέρα.

It is bitterly cold today.

Είναι από το πιο ψυχρό σήμερα.

She cried bitterly tears.

Κλάδωσε με έντονη δυσφορία.

Some of them bitterly attacked their former friends.

Κάποιοι απ' αυτούς επιτέθηκαν έντονα στους προηγούμενους τους φίλους.

Regional monopolies were bitterly fought for.

Οι περιφερειακές μονοπωλιακές θέσεις αγωνίστηκαν έντονα.

He was ashamed and bitterly humiliated.

Ήταν ντρεπτός και ασφυστικά παραβληθείς.

He spoke most bitterly of his experiences in prison.

Έλεγε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο για τις εμπειρίες του στη φυλακή.

A bitterly cold winter damaged industrial output and trade.

Ένα από τα πιο ψυχρά χειμώνα έπληξε τη βιομηχανική παραγωγή και το εμπόριο.

I bitterly wept and wished that I had had the heart to give thee myall.

Κλάδωσα έντονα και εύχομαι να είχα την καρδιά να σου δώσω όλα μου.

He realized how he had been fooled, and laughed bitterly.

Πρόλαβε πώς τον είχαν παραπλανήσει και γέλασε έντονα.

"Illness pursued him till his death, which made us all bitterly painful."

"Η ασθένεια τον ακολούθησε μέχρι τον θάνατό του, που έκανε όλους μας να πεθαίνουμε από δυσφορία."

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now