blacklist

[US]/'blæklɪst/
[UK]/'blæklɪst/
Frequency: Very High

Translation

n. λίστα ατόμων ή οντοτήτων που είναι ύποπτοι, παραπεμφθέντες κ.λπ.
vt. να βάλεις (κάποιον) σε μαύρη λίστα.
Word Forms
Third Person Singularblacklists
Past Participleblacklisted
Past Tenseblacklisted
Pluralblacklists
Present Participleblacklisting

Phrases & Collocations

add to blacklist

προσθήκη στη λίστα αποκλεισμού

remove from blacklist

αφαίρεση από τη λίστα αποκλεισμού

blacklist policy

πολιτική απαγόρευσης

Example Sentences

She was on the company’s blacklist.

Ήταν στη μαύρη λίστα της εταιρείας.

blacklist/Whitelist facility provides the ability to disallow access to specified undesirable sites, or to allow access only to known acceptable sites;4.

Η λειτουργία blacklist/Whitelist παρέχει τη δυνατότητα να απαγορευτεί η πρόσβαση σε συγκεκριμένες ανεπιθύμητες τοποθεσίες ή να επιτραπεί η πρόσβαση μόνο σε γνωστές αποδεκτές τοποθεσίες·4.

to be put on a blacklist

να συμπεριληφθεί στη μαύρη λίστα

companies often blacklist customers who don't pay their bills

Οι εταιρείες συχνά βάζουν στη μαύρη λίστα πελάτες που δεν πληρώνουν τους λογαριασμούς τους.

to blacklist a website

να βάλει έναν ιστότοπο στη μαύρη λίστα

employers may blacklist former employees who have been dishonest

Οι εργοδότες ενδέχεται να βάλουν στη μαύρη λίστα πρώην υπαλλήλους που έχουν κάνει απάτη.

to blacklist a supplier

να βάλει έναν προμηθευτή στη μαύρη λίστα

people who engage in fraudulent activities may be blacklisted by authorities

Άτομα που εμπλέκονται σε δόλιες δραστηριότητες ενδέχεται να τεθούν στη μαύρη λίστα από τις αρχές.

to remove someone from a blacklist

να αφαιρέσει κάποιον από μια μαύρη λίστα

the government maintains a blacklist of banned substances

Η κυβέρνηση διατηρεί μια μαύρη λίστα απαγορευμένων ουσιών.

to blacklist a phone number

να βάλει έναν αριθμό τηλεφώνου στη μαύρη λίστα

companies may blacklist certain suppliers due to poor quality or unethical practices

Οι εταιρείες ενδέχεται να βάλουν στη μαύρη λίστα ορισμένους προμηθευτές λόγω κακής ποιότητας ή ανήθικων πρακτικών.

Real-world Examples

Other laws recriminalise libel and create a blacklist of (loosely defined) offensive websites.

Άλλοι νόμοι επανεπιβάλλουν την έγκληση της δυσφήμισης και δημιουργούν μια λίστα αποκλεισμού (χαλαρά καθορισμένων) προσβλητικών ιστοσελίδων.

Source: The Economist (Summary)

A special representative, like the one who put together this blacklist, is an independent expert.

Ένας ειδικός εκπρόσωπος, όπως αυτός που έθεσε σε τάξη αυτή τη λίστα αποκλεισμού, είναι ένας ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας.

Source: NPR News June 2016 Compilation

Are we on some sort of gay blacklist?

Είμαστε σε κάποια λίστα αποκλεισμού για ομοφυλόφιλους;

Source: Modern Family - Season 07

A credit blacklisting system penalises firms that misbehave.

Ένα σύστημα πιστωτικής απαξίωσης τιμωρεί τις εταιρείες που συμπεριφέρονται ανάρμοστα.

Source: Soren course audio

America has blacklisted crypto-wallets associated with North Korean hackers.

Η Αμερική έχει θέσει σε μαύρη λίστα κρυπτογραφικά πορτοφόλια που συνδέονται με Βορειοκορεάτες hackers.

Source: The Economist (Summary)

I'm Dalton Trumbo, blacklisted screenwriter, wrote in a bathtub.

Είμαι ο Dalton Trumbo, blacklisted σεναριογράφος, έγραψε σε μια μπανιέρα.

Source: Modern Family - Season 08

Once they are dismissed, they’re almost blacklisted; they don’t find… they find it really difficult to find work elsewhere...they...

Μόλις απολυθούν, είναι σχεδόν απαξιωμένοι· δεν βρίσκουν... βρίσκουν πολύ δύσκολο να βρουν δουλειά αλλού...αυτοί...

Source: VOA Video Highlights

You know, President Trump put Huawei on a Commerce Department blacklist in May.

Ξέρετε, ο Πρόεδρος Τραμπ έβαλε την Huawei σε μια λίστα αποκλεισμού του Υπουργείου Εμπορίου τον Μάιο.

Source: NPR News October 2019 Collection

Companies that default on paying their workers will be put on the blacklist.

Οι εταιρείες που δεν πληρώνουν τους εργαζομένους τους θα τεθούν στη λίστα αποκλεισμού.

Source: CRI Online December 2017 Collection

That's right. It was a company called ZTE, and they were on the blacklist.

Ακριβώς. Ήταν μια εταιρεία που λεγόταν ZTE και ήταν στη λίστα αποκλεισμού.

Source: NPR News May 2019 Compilation

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now