blameable

[ΗΠΑ]/ˈblæm.ə.bəl/
[ΗΒ]/ˈblæm.ə.bəl/

Μετάφραση

adj. Προκαλεί επικριτικότητα ή ευθύνη; αξίζει καταγγελία.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

blameable conduct

ευθύνιμη συμπεριφορά

blameable party

ευθύνιμος παράγοντας

Παραδείγματα Προτάσεων

his actions were blameable in the eyes of the law.

τα πράγματα του ήταν ενοχός στα μάτια του νόμου.

she felt that her mistakes were blameable, but everyone makes them.

αισθάνθηκε ότι τα λάθη της ήταν ενοχός, αλλά όλοι τα κάνουν.

in this situation, no one is truly blameable.

σε αυτή την κατάσταση, κανείς δεν είναι πραγματικά ενοχός.

the blameable factors were identified in the report.

τα ενοχός παράγοντες αναγνωρίστηκαν στην έκθεση.

it’s important to recognize what is blameable in a conflict.

είναι σημαντικό να αναγνωρίσετε τι είναι ενοχός σε μια σύγκρουση.

his blameable behavior led to serious consequences.

η ενοχός συμπεριφορά του οδήγησε σε σοβαρές συνέπειες.

they tried to find someone blameable for the error.

προσπάθησαν να βρουν κάποιον ενοχός για το λάθος.

she realized that her attitude was blameable for the team's failure.

είδε ότι η στάση της ήταν ενοχός για την αποτυχία της ομάδας.

in the end, no one was found to be blameable.

στο τέλος, δεν βρέθηκε κανείς να είναι ενοχός.

his blameable actions caused a lot of distress.

τα ενοχός πράγματα του προκάλεσαν πολύ αποτυχία.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα