blanketed

[ΗΠΑ]/[ˈblæŋkɪtɪd]/
[ΗΒ]/[ˈblæŋkɪtɪd]/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. Να καλύπτεις κάτι εντελώς με ένα πάπλωμα ή παρόμοιο υλικό.· Να καλύπτεις με μια στρώση ή ουσία.· Να περικυκλώνεις ή να περιβάλλεις.
adj. Καλυμμένος με ένα πάπλωμα ή παρόμοιο υλικό.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

blanketed in snow

σκεπασμένο με χιόνι

blanketed by silence

σκεπασμένο από τη σιωπή

blanketed the city

έσκιασε την πόλη

blanketed with fog

σκεπασμένο με ομίχλη

blanketed the landscape

έσκιασε το τοπίο

blanketed with warmth

σκεπασμένο με ζεστασιά

blanketed the ground

έσκιασε το έδαφος

blanketed in darkness

σκεπασμένο με σκοτάδι

blanketed by clouds

σκεπασμένο από σύννεφα

blanketed the room

έσκιασε το δωμάτιο

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα