blunted

[US]/blʌn.tɪd/
[UK]/blən.tɪd/
Frequency: Very High

Translation

v. Να κατασκευάζει ή να γίνεται λιγότερο ξιφιάς, αιχμηρό ή αποτελεσματικό.
adj. Λιγότερο ξιφιάς, αιχμηρό ή αποτελεσματικό; καταπραγματευμένο.

Phrases & Collocations

blunted senses

αμβλυνθέντα αισθήματα

blunted knife

αμβλυμένο μαχαίρι

blunted ambition

αμβλυμένη προσπάθεια

blunted aggression

αμβλυμένη επιθετικότητα

blunted by fatigue

αμβλυμένο από κόπο

blunted impact

αμβλυμένο αποτέλεσμα

blunting criticism

αμβλυμένη κριτική

blunted response

αμβλυμένη αντίδραση

blunting the edge

αμβλυμένη άκρη

Example Sentences

his criticism was blunted by the positive feedback from others.

η κριτική του αποσβενίστηκε από τις θετικές αποκρίσεις από άλλους.

the impact of the news was blunted by the prior announcement.

η επίδραση της ειδήσεως αποσβενίστηκε από την προηγούμενη ανακοίνωση.

her enthusiasm was blunted after the disappointing results.

η θερμότητα της αποσβενίστηκε μετά τα απογοητευτικά αποτελέσματα.

the knife was blunted after several uses.

το μαχαίρι αποσβενίστηκε μετά από πολλές χρήσεις.

the pain was blunted by the medication.

το πόνος αποσβενίστηκε από τη φαρμακευτική αγωγή.

his anger was blunted by her calm demeanor.

η οργή του αποσβενίστηκε από την ηρεμία της συμπεριφοράς της.

the criticism seemed blunted by the lack of evidence.

η κριτική φαίνεται να αποσβενίστηκε από την έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων.

the excitement of the event was blunted by the rain.

η έκπληξη του γεγονότος αποσβενίστηκε από τη βροχή.

the edges of the blade were blunted over time.

τα άκρα του μαχαίριου αποσβενίστηκαν με το πέρας του χρόνου.

her resolve was blunted by the challenges she faced.

η αποφασιστικότητα της αποσβενίστηκε από τις προκλήσεις που αντιμετώπισε.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now