he spoke boastfully about his new car.
έλεγε υπερήφανα για το νέο του αυτοκίνητο.
she boastfully claimed to be the best in her class.
ήπαιξε υπερήφανα λέγοντας ότι είναι η καλύτερη στην τάξη της.
the athlete boastfully recounted his record-breaking performance.
ο αθλητής υπερήφανα ανακαλύπτησε την επίδοσή του που έσπαγε κάθε ρεκόρ.
they boastfully displayed their awards at the event.
έδειξαν υπερήφανα τις βραβεία τους στο γεγονός.
he boastfully talked about his travels around the world.
έλεγε υπερήφανα για τις ταξίδια του γύρω από τον κόσμο.
she boastfully announced her promotion to everyone.
ανακοίνωσε υπερήφανα την προαγωγή της σε όλους.
he boastfully challenged anyone to beat his high score.
πρόκλησε υπερήφανα κάθε έναν να πάρει το υψηλό του σκορ.
they boastfully shared their success stories online.
μοιράστηκαν υπερήφανα τις ιστορίες επιτυχίας τους στο διαδίκτυο.
she boastfully explained how she managed to win the competition.
εξήγησε υπερήφανα πώς κατάφερε να κερδίσει τον αγώνα.
he boastfully mentioned his famous friends at the party.
αναφέρθηκε υπερήφανα στους γνωστούς του φίλους στην πάρτι.
he spoke boastfully about his new car.
έλεγε υπερήφανα για το νέο του αυτοκίνητο.
she boastfully claimed to be the best in her class.
ήπαιξε υπερήφανα λέγοντας ότι είναι η καλύτερη στην τάξη της.
the athlete boastfully recounted his record-breaking performance.
ο αθλητής υπερήφανα ανακαλύπτησε την επίδοσή του που έσπαγε κάθε ρεκόρ.
they boastfully displayed their awards at the event.
έδειξαν υπερήφανα τις βραβεία τους στο γεγονός.
he boastfully talked about his travels around the world.
έλεγε υπερήφανα για τις ταξίδια του γύρω από τον κόσμο.
she boastfully announced her promotion to everyone.
ανακοίνωσε υπερήφανα την προαγωγή της σε όλους.
he boastfully challenged anyone to beat his high score.
πρόκλησε υπερήφανα κάθε έναν να πάρει το υψηλό του σκορ.
they boastfully shared their success stories online.
μοιράστηκαν υπερήφανα τις ιστορίες επιτυχίας τους στο διαδίκτυο.
she boastfully explained how she managed to win the competition.
εξήγησε υπερήφανα πώς κατάφερε να κερδίσει τον αγώνα.
he boastfully mentioned his famous friends at the party.
αναφέρθηκε υπερήφανα στους γνωστούς του φίλους στην πάρτι.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα