bondman

[ΗΠΑ]/bɒndmæn/
[ΗΒ]/ˈbɑːn dmən/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. Ένας ανδρικός δούλος· ένας άνθρωπος που κρατιέται σε δουλεία.
Word Forms
Pluralbondmen

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

bondman's labor

η εργασία του δεσμόφρονα

the bondman's fate

η τύχη του δεσμόφρονα

a bondman's story

η ιστορία ενός δεσμόφρονα

the former bondman

ο πρώην δεσμόφρονας

a bondman's rebellion

η επανάσταση ενός δεσμόφρονα

bondman's freedom

η ελευθερία του δεσμόφρονα

Παραδείγματα Προτάσεων

the bondman worked tirelessly in the fields.

Ο δούλος εργαζόταν χωρίς κόπο στις περιοχές.

in ancient times, a bondman had limited rights.

Στην αρχαιότητα, ένας δούλος είχε περιορισμένα δικαιώματα.

the bondman sought freedom after many years of service.

Ο δούλος αναζητούσε ελευθερία μετά από πολλά χρόνια υπηρεσίας.

many stories highlight the struggles of a bondman.

Πολλές ιστορίες επισημαίνουν τις μάχες ενός δούλου.

a bondman was often treated as property.

Ένας δούλος θεωρούνταν συχνά ως περιουσία.

the bondman dreamed of a better life.

Ο δούλος όνειρο για μια καλύτερη ζωή.

his role as a bondman defined his existence.

Ο ρόλος του ως δούλου ορίζει την ύπαρξή του.

historians study the lives of bondmen.

Οι ιστορικοί μελετούν τις ζωές των δούλων.

the bondman was often separated from his family.

Ο δούλος συχνά απομακρύνεται από την οικογένειά του.

freedom for a bondman was a rare occurrence.

Η ελευθερία για έναν δούλο ήταν μια σπάνια περίπτωση.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα