booms

[US]/buːmz/
[UK]/buːmz/
Frequency: Very High

Translation

n. το κατάσταση θρυλισμού επιχειρήσεων, μια περίοδος γρήγορης ανάπτυξης ή επεκτάσεως; ένα βαθύ αντηχητικό ήχος
v. να αυξάνεται γρήγορα σε μέγεθος ή ποσότητα; να παράγει ένα βαθύ αντηχητικό ήχο

Phrases & Collocations

booming economy

πολυεπίπεδη οικονομία

business booms

τα επιχειρηματικά προσπάθεια αυξάνονται

music booms

τα μουσικά προσπάθεια αυξάνονται

booms of laughter

τα φωνάξιμα αυξάνονται

residential booms

τα κατοικιακά προσπάθεια αυξάνονται

booms and busts

αύξηση και πτώση

booms of fireworks

τα πυροτεχνήματα αυξάνονται

Example Sentences

the economy booms during the holiday season.

Η οικονομία επιτυχημένα αναπτύσσεται κατά την περίοδο των εορτών.

technology booms have changed the way we live.

Οι επιτυχίες της τεχνολογίας έχουν αλλάξει τον τρόπο ζωής μας.

real estate booms can lead to increased prices.

Οι επιτυχίες στο ακίνητο μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση των τιμών.

the population booms in urban areas.

Η πληθυσμιακή αύξηση συμβαίνει στις αστικές περιοχές.

music festivals often booms attendance each year.

Οι μουσικές εκδηλώσεις συχνά αυξάνουν τη συμμετοχή κάθε χρόνο.

the tech industry booms with new startups.

Η βιομηχανία της τεχνολογίας επιτυχημένα αναπτύσσεται με νέες επιχειρήσεις.

sales booms can occur during special promotions.

Οι επιτυχίες πωλήσεων μπορεί να συμβούν κατά τη διάρκεια ειδικών προσφορών.

the tourism industry booms in the summer.

Η βιομηχανία του τουρισμού επιτυχημένα αναπτύσσεται κατά το καλοκαίρι.

interest in renewable energy booms worldwide.

Η ενδιαφέρον για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας επιτυχημένα αναπτύσσεται παγκοσμίως.

the gaming industry booms with new releases.

Η βιομηχανία των παιχνιδιών επιτυχημένα αναπτύσσεται με νέες κυκλοφορίες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now