boots

[ΗΠΑ]/buːts/
[ΗΒ]/bʊts/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. όπλο που καλύπτει το πόδι και μέρος του ποδιού· ένας υπάλληλος που πολιτεύει τα παπούτσια στη Βρετανία.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

leather boots

παπούτσια από τσιμέντο

rain boots

παπούτσια από βροχή

hiking boots

σαπούνια πεζοπορίας

ankle boots

παπούτσια για τον ποδικό

winter boots

παπούτσια για το χειμώνα

heavy boots

βαριά παπούτσια

in one's boots

στα παπούτσια του

football boots

παπούτσια ποδοσφαίρου

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα