bopping

[ΗΠΑ]/ˈbɒpɪŋ/
[ΗΒ]/ˈbɑːpɪŋ/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. Να χορέψει ενεργητικά; να κινηθεί ρυθμικά στη μουσική. Να χτυπήσει ή να πετάξει επαναλαμβανόμενα και απαλά.

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

bopping around

παρατρέχοντας περιοχές

bopping along

παρατρέχοντας περιοχές

bopping heads

παρατρέχοντας κεφάλες

Παραδείγματα Προτάσεων

she was bopping to the music at the party.

εκείνη χορεύει ανάμεσα στη μουσική στη γιορτή.

the kids were bopping around the playground.

τα παιδιά χορεύουν γύρω από το παιχνίδι.

he loves bopping along to his favorite songs.

αγαπάει να χορεύει με τα αγαπημένα του τραγούδια.

they spent the afternoon bopping to the latest hits.

πέρασαν την απόγεια χορεύοντας στα νέα επιτυχημένα τραγούδια.

she can't help bopping her head to the rhythm.

δεν μπορεί να αντισταθεί στο να κάνει κεφαλιές στο ρυθμό.

we were bopping around the city, exploring new places.

χορεύαμε γύρω από την πόλη, εξερευνώντας νέους τόπους.

the dancers were bopping energetically on stage.

οι χορευτές χορεύουν ενεργητικά στη σκηνή.

he enjoys bopping to jazz music in his spare time.

απολαμβάνει να χορεύει στην τζαζ μουσική στο ελεύθερο του χρόνο.

they were bopping along to the beat of the drum.

χορεύαν ακολουθώντας το ρυθμό του τύμπανου.

after dinner, we spent hours bopping to oldies.

μετά το γεύμα, πέρασαμε ώρες χορεύοντας στα αρχαία τραγούδια.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα