bores

[US]/bɔːrəz/
[UK]/bor-iz/
Frequency: Very High

Translation

n. πληθυσμός του bore; ένα κουραστικό άτομο ή πράγμα; κάτι που είναι ανοησία ή ασυμπίεστο
v. τρίτος πρόσωπος ενικός παρατηρητικός του bore; να κάνει κάποιον να αισθάνεται κούρασμα ή ασυμπίεστο; να ανασκάπει, να δρίλλει ή να ανασκαπτεί

Phrases & Collocations

be bored stiff

να είσαι κουρασμένος μέχρι τον πυθμένα

bores and praters

ανοησίες και μιλάλια

bore through something

να διαπερνάει κάτι

bored to death

κουρασμένος μέχρι τον θάνατο

a real bore

ένα πραγματικό ανοησία

Example Sentences

he bores everyone with his endless stories.

τον ενοχλεί όλους με τις ατέλειωτες ιστορίες του.

she bores easily during long lectures.

την ενοχλεί εύκολα κατά τη διάρκεια μακρών διαλέξεων.

the movie bores me to tears.

το ταινία με ενοχλεί τόσο πολύ που με κάνει να κλαίω.

his constant complaints bore me.

τα συνεχή του παραπονιώματα με ενοχλούν.

they bore the audience with their dull performance.

τους ενοχλούν το κοινό με την ανύπαντρη τους εμφάνιση.

talking about the weather bores him.

να μιλάς για τον καιρό τον ενοχλεί.

she finds the routine of daily work boresome.

βρίσκει ότι η καθημερινή δουλειά της είναι ενοχλητική.

he bores his friends with trivia.

τον ενοχλεί οι φίλοι του με ασήμαντα πράγματα.

the book bores me; i can't finish it.

το βιβλίο με ενοχλεί, δεν μπορώ να το ολοκληρώσω.

she bores her colleagues with repetitive tasks.

την ενοχλεί οι συνάδελφοι της με επαναλαμβανόμενες εργασίες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now