bothersome

[ΗΠΑ]/'bɒðəsəm/
[ΗΒ]/'bɑðɚsəm/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. προκαλούμενο πρόβλημα, διαταρασσόμενο, ενοχλητικό.

Παραδείγματα Προτάσεων

most childhood stomach aches, though bothersome, aren't serious.

τα περισσότερα παιδικά προβλήματα στομάχου, παρόλο που ενοχλητικά, δεν είναι σοβαρά.

Most feed entirely on plants, which makes them bothersome.

Πολλά τρέφονται εντελώς με φυτά, το οποίο τα κάνει ενοχλητικά.

dealing with bothersome customers

αντιμετώπιση ενοχλητικών πελατών

a bothersome noise in the background

ένα ενοχλητικό θόρυβο στο παρασκήνιο

finding a solution to bothersome issues

βρίσκοντας μια λύση για ενοχλητικά προβλήματα

bothersome insects in the garden

ενοχλητικά έντομα στο κήπο

a bothersome habit that needs to be broken

ένα ενοχλητικό συνήθης που χρειάζεται να σπάσει

bothersome side effects of the medication

ενοχλητικές παρενέργειες του φαρμάκου

dealing with bothersome neighbors

αντιμετώπιση ενοχλητικών γειτονικών

a bothersome task that needs to be completed

ένα ενοχλητική εργασία που χρειάζεται να ολοκληρωθεί

bothersome distractions during work

ενοχλητικές διακοπές κατά τη δουλειά

a bothersome smell coming from the kitchen

ένα ενοχλητικό μυρωδιά που έρχεται από την κουζίνα

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα