bountifully

[ΗΠΑ]/ˈbaʊn.tɪ.fəl.i/
[ΗΒ]/ˌbau̇nˈtiː.fə.li/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adv. με ένα γενναίο ή πλούσιο τρόπο

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

bountifully gifted

πλούσια χαρισματικά

bountifully shared

πλούσια μοιρασμένα

bountifully blessed

πλούσια ευλογημένα

bountifully adorned

πλούσια υποδημένα

bountifully supplied

πλούσια προμηθευμένα

bountifully grown

πλούσια αναπτυγμένα

bountifully bestowed

πλούσια χορηγημένα

Παραδείγματα Προτάσεων

she bountifully shared her knowledge with others.

ή μοιράστηκε πολύ γνώση μαζί με άλλους.

the garden bloomed bountifully this spring.

το κήπος έανθη πολύ αυτή την άνοιξη.

they were bountifully rewarded for their hard work.

τους απονεμήθηκαν πολλές αποζημιώσεις για τη σκληρή εργασία τους.

the harvest was bountifully abundant this year.

η συγκομιδή ήταν πολύ πλούσια αυτό το χρόνο.

she cooked bountifully for the family gathering.

την έφτιαξε πολύ για τη συγκέντρωση της οικογένειας.

he bountifully donated to the charity.

έδωσε πολύ στη φιλανθρωπία.

the festival was bountifully celebrated by the community.

το φεστιβάλ γιόρτασε πολύ από την κοινότητα.

the teacher bountifully praised the students' efforts.

ο δάσκαλος έδωσε πολύ στις προσπάθειες των μαθητών.

she bountifully expressed her gratitude to everyone.

έδειξε πολύ ευγνωμοσύνη σε όλους.

the wildlife in the area is bountifully diverse.

η ζωή στην περιοχή είναι πολύ ποικιλόμορφη.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα