brazening act
απόφαση απειρίας
brazening face
απειρία πρόσωπο
brazening attempt
προσπάθεια απειρίας
brazening voice
φωνή απειρίας
brazening front
απειρία μπροστά
she was brazening it out despite the criticism.
εκείνη το αντιμετώπιζε χωρίς να παρατρέχει τις κριτικές.
he is brazening his way into the meeting.
εκείνος εισέρχεται στη συνάντηση με αυτοπεποίθηση.
they were brazening their refusal to cooperate.
εκείνοι αντιμετώπιζαν την αρνηση τους να συνεργαστούν με αυτοπεποίθηση.
she kept brazening her lies without remorse.
εκείνη συνέχιζε να αντιμετωπίζει τις ψευδείς της διατυπώσεις χωρίς να νιώθει ένοχη.
he was brazening through the challenges ahead.
εκείνος αντιμετώπιζε τις προκλήσεις που ήρθαν με αυτοπεποίθηση.
despite the backlash, she continued brazening her actions.
παρά την αντιπροσωπευτική αντίδραση, εκείνη συνέχιζε να αντιμετωπίζει τις πράξεις της με αυτοπεποίθηση.
he is known for brazening his opinions in public.
εκείνος είναι γνωστός για την αυτοπεποίθηση των απόψεών του στο δημόσιο.
they are brazening their way into the spotlight.
εκείνοι αντιμετωπίζουν τον τρόπο να εισέλθουν στο κεντρικό φως.
she was brazening out her mistakes with confidence.
εκείνη αντιμετώπιζε τα λάθη της με αυτοπεποίθηση.
he kept brazening his way through the tough negotiations.
εκείνος συνέχιζε να αντιμετωπίζει τις δύσκολες διαπραγματεύσεις με αυτοπεποίθηση.
brazening act
απόφαση απειρίας
brazening face
απειρία πρόσωπο
brazening attempt
προσπάθεια απειρίας
brazening voice
φωνή απειρίας
brazening front
απειρία μπροστά
she was brazening it out despite the criticism.
εκείνη το αντιμετώπιζε χωρίς να παρατρέχει τις κριτικές.
he is brazening his way into the meeting.
εκείνος εισέρχεται στη συνάντηση με αυτοπεποίθηση.
they were brazening their refusal to cooperate.
εκείνοι αντιμετώπιζαν την αρνηση τους να συνεργαστούν με αυτοπεποίθηση.
she kept brazening her lies without remorse.
εκείνη συνέχιζε να αντιμετωπίζει τις ψευδείς της διατυπώσεις χωρίς να νιώθει ένοχη.
he was brazening through the challenges ahead.
εκείνος αντιμετώπιζε τις προκλήσεις που ήρθαν με αυτοπεποίθηση.
despite the backlash, she continued brazening her actions.
παρά την αντιπροσωπευτική αντίδραση, εκείνη συνέχιζε να αντιμετωπίζει τις πράξεις της με αυτοπεποίθηση.
he is known for brazening his opinions in public.
εκείνος είναι γνωστός για την αυτοπεποίθηση των απόψεών του στο δημόσιο.
they are brazening their way into the spotlight.
εκείνοι αντιμετωπίζουν τον τρόπο να εισέλθουν στο κεντρικό φως.
she was brazening out her mistakes with confidence.
εκείνη αντιμετώπιζε τα λάθη της με αυτοπεποίθηση.
he kept brazening his way through the tough negotiations.
εκείνος συνέχιζε να αντιμετωπίζει τις δύσκολες διαπραγματεύσεις με αυτοπεποίθηση.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now