brazening

[US]/ˈbreɪzəniŋ/
[UK]/ˈbrāznɪŋ/

Translation

vΗ ενέργεια να γίνεται ή να κάνει κάτι απαράδεκτο ή απόλαυση.
adjΜε παχύ πρόσωπο; απερίφραστα αυτόντας.

Phrases & Collocations

brazening act

απόφαση απειρίας

brazening face

απειρία πρόσωπο

brazening attempt

προσπάθεια απειρίας

brazening voice

φωνή απειρίας

brazening front

απειρία μπροστά

Example Sentences

she was brazening it out despite the criticism.

εκείνη το αντιμετώπιζε χωρίς να παρατρέχει τις κριτικές.

he is brazening his way into the meeting.

εκείνος εισέρχεται στη συνάντηση με αυτοπεποίθηση.

they were brazening their refusal to cooperate.

εκείνοι αντιμετώπιζαν την αρνηση τους να συνεργαστούν με αυτοπεποίθηση.

she kept brazening her lies without remorse.

εκείνη συνέχιζε να αντιμετωπίζει τις ψευδείς της διατυπώσεις χωρίς να νιώθει ένοχη.

he was brazening through the challenges ahead.

εκείνος αντιμετώπιζε τις προκλήσεις που ήρθαν με αυτοπεποίθηση.

despite the backlash, she continued brazening her actions.

παρά την αντιπροσωπευτική αντίδραση, εκείνη συνέχιζε να αντιμετωπίζει τις πράξεις της με αυτοπεποίθηση.

he is known for brazening his opinions in public.

εκείνος είναι γνωστός για την αυτοπεποίθηση των απόψεών του στο δημόσιο.

they are brazening their way into the spotlight.

εκείνοι αντιμετωπίζουν τον τρόπο να εισέλθουν στο κεντρικό φως.

she was brazening out her mistakes with confidence.

εκείνη αντιμετώπιζε τα λάθη της με αυτοπεποίθηση.

he kept brazening his way through the tough negotiations.

εκείνος συνέχιζε να αντιμετωπίζει τις δύσκολες διαπραγματεύσεις με αυτοπεποίθηση.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now