broom

[ΗΠΑ]/bruːm/
[ΗΒ]/bruːm/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

vt. Να καθαρίζει (ένα δωμάτιο, δάπεδο ή άλλη επιφάνεια) με ένα σκούπο
vi. Να ανθίζει ή να σπάει.
n. Cytisus; Ένα εργαλείο καθαρισμού που αποτελείται από σκληρές ίνες που είναι συνδεμένες σε ένα χειριστήριο
Word Forms
Pluralbrooms

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

new broom

νέα βούρτσα

broom corn millet

βούρτσα αραμούνι

Παραδείγματα Προτάσεων

She swept the floor with a broom.

Η γυναίκα σκούπισε το πάτωμα με μια σκούπα.

He grabbed a broom to clean up the mess.

Εκείνος πήρε μια σκούπα για να καθαρίσει την κόλλα.

The witch flew on a broomstick.

Η παρασιτική πτήξε τον μαγικό καρότσι.

I need to buy a new broom for the house.

Χρειάζομαι να αγοράσω μια νέα σκούπα για το σπίτι.

The janitor used a broom to sweep the hallway.

Ο περιπολικός χρησιμοποίησε μια σκούπα για να σκούπισε τον διαδρόμο.

She found a spider under the broom.

Η γυναίκα βρήκε ένα αράχνη κάτω από τη σκούπα.

The broom fell and made a loud noise.

Η σκούπα πέσε και έκανε ένα θόρυβο.

He leaned the broom against the wall.

Εκείνος έστησε τη σκούπα στο τοίχο.

She used the broom to sweep away the fallen leaves.

Η γυναίκα χρησιμοποίησε τη σκούπα για να σκούπισε τα πεσμένα φύλλα.

The broom handle broke while sweeping.

Το χειρόφρυγγα της σκούπας σπάσε κατά τη διάρκεια της σκοπιάς.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα