bruised

[ΗΠΑ]/bru:zd/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

adj. που δείχνει σημάδια τραυματισμού ή ζημιάς, συνήθως με αλλοίωση χρώματος [ιατρικός]; v. να προκαλέσει μια μικρή ζημιά ή τραύμα με απόσκραψη ή προσκρούση.
Word Forms
Past Participlebruised

Παραδείγματα Προτάσεων

the mix contains bruised oats.

το μίγμα περιέχει παταγωμένα όσπρια.

embrocation will soothe your bruised knee.

το αποστειρωτικό θα ηρεμήσει το παταγωμένο γόνατό σας.

bruised the fruit by careless packing.

παταγώσαμε το φρούτο λόγω αμεροληπτικής συσκευασίας.

She bruised her knee.

Εκείνη παταγώσατε το γόνατό της.

She bruised herself against the desk.

Εκείνη παταγώθηκε στο γραφείο.

she tried to bolster her bruised pride.

Προσπάθησε να ενισχύσει την πληγωμένη περηφάνια της.

I chose a man who massaged my bruised ego.

Επέλεξα έναν άνδρα που μασάρισε τον παταγωμένο μου εγωισμό.

her bruised knee was already swelling up .

Το μωλωπιασμένο γόνατό της ήδη πρήκνυε.

"David, hunted like a partridge on the mountain, bruised, weary and footsore, was ground into bread for a kingdom.

"Ο Δαβίδ, όπως ένας περιστέρα στο βουνό, παταγωμένος, κόπωτος και με πόδια που έχουν πολλές βλάβες, πατατούρισε σε ψωμί για ένα βασίλειο."

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα