budgeted

[US]/'bʌdʒit/
Frequency: Very High

Translation

adj. σχεδιασμένο σύμφωνα με ένα προϋπολογισμό
v. να προετοιμάσει ή να οργανώσει έναν προϋπολογισμό.
Word Forms
Past Tensebudgeted
Past Participlebudgeted

Phrases & Collocations

stay within budget

να παραμείνετε εντός προϋπολογισμού

budget allocation

κατανομή προϋπολογισμού

budget planning

προγραμματισμός προϋπολογισμού

budgeted cost

προϋπολογισμένο κόστος

budgeted for surplus

προϋπολογισμένο για περίσσεμα

Example Sentences

She budgeted for a holiday.

Είχε κάνει προϋπολογισμό για μια διακοπή.

They have budgeted their time carefully.

Είχαν κάνει προϋπολογισμό του χρόνου τους προσεκτικά.

needed help budgeting our income; budgeted my time wisely.

χρειαζόταν βοήθεια για να κάνει προϋπολογισμό στις εισροές μας; κάναμε προϋπολογισμό του χρόνου μου συνετά.

The company budgeted $10,000 for marketing expenses.

Η εταιρεία κάναγε προϋπολογισμό 10.000 δολαρίων για έξοδα εμπιστολής.

We budgeted our time carefully to meet the deadline.

Κάναμε προϋπολογισμό του χρόνου μας προσεκτικά για να τηρήσουμε την προθεσμία.

The government budgeted funds for infrastructure development.

Ο κρατικός προϋπολογισμός περιλαμβάνει κεφάλαια για την ανάπτυξη της υποδομής.

She budgeted $500 for her monthly groceries.

Είχε κάνει προϋπολογισμό 500 δολαρίων για τα μηνιαία της τρόφιμα.

The school budgeted for new textbooks this year.

Η σχολή κάνει προϋπολογισμό για νέα βιβλία αυτό το έτος.

The family budgeted for a vacation next summer.

Η οικογένεια κάνει προϋπολογισμό για μια διακοπή το επόμενο καλοκαίρι.

They budgeted a certain amount for unexpected expenses.

Κάναν προϋπολογισμό μιας ορισμένης ποσότητας για απρόγιγμα έξοδα.

The project team budgeted time for testing and revisions.

Ο ομαδικός προϋπολογισμός του προγράμματος περιλαμβάνει χρόνο για δοκιμαστικές διαδικασίες και αναθεώρηση.

The organization budgeted resources for employee training.

Η οργάνωση κάνει προϋπολογισμό πόρων για εκπαίδευση υπαλλήλων.

The couple budgeted for their wedding expenses.

Ο ζευγάρι κάνει προϋπολογισμό για τα έξοδα για το γάμο τους.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now