bullies

[US]/ˈbʊliːz/
[UK]/ˈbʊliˌz/
Frequency: Very High

Translation

v. τρίτη πρόσωπο ενικού παρατακτικής του bully; να φοβίζει, να απειλεί ή να αναγκάζει κάποιον.
n. πληθυμιακή μορφή του bully; άτομα που χρησιμοποιούν δύναμη ή εξουσία για να βλάψουν ή να επιδεικνύουν επιδείνωση προς άλλους.

Phrases & Collocations

stop bullies

σταματήστε τους διώκτες

ignore bullies

αγνοήστε τους διώκτες

face bullies

αντιμετωπίστε τους διώκτες

help bullies

βοηθήστε τους διώκτες

defeat bullies

νικήστε τους διώκτες

report bullies

αναφέρετε τους διώκτες

confront bullies

αντιμετωπίστε τους διώκτες

challenge bullies

προκαλέστε τους διώκτες

avoid bullies

αποφύγετε τους διώκτες

educate bullies

εκπαιδεύστε τους διώκτες

Example Sentences

he often bullies his classmates at school.

συχνά βιασμός τους συμμαθητές του στο σχολείο.

it's not right to bully someone just because they are different.

δεν είναι σωστό να βιάζει κάποιον απλώς γιατί είναι διαφορετικός.

she stood up to the bullies and defended her friend.

έστησε αντίθεση στους βιαστές και υπεράσπισε το φίλο της.

many children are afraid to go to school because of bullies.

πολλά παιδιά φοβούνται να πάνε στο σχολείο λόγω βιαστών.

she reported the bullies to the school authorities.

αναφέρθηκε στους βιαστές στις αρμόδιες αρχές του σχολείου.

it's important to teach kids not to bully others.

είναι σημαντικό να διδάξουμε στα παιδιά να μην βιάζουν άλλους.

he felt powerless against the bullies in his neighborhood.

νόμιζε ότι δεν είχε δύναμη να αντιμετωπίσει τους βιαστές στη γειτονιά του.

online bullies can cause serious emotional harm.

οι βιαστές στο διαδίκτυο μπορούν να προκαλέσουν σοβαρό ψυχολογικό βλάβη.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now