bungle

[ΗΠΑ]/ˈbʌŋɡl/
[ΗΒ]/ˈbʌŋɡl/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να κάνει κατακεραυνωμένα, να παρεμποδίσει
n. ένα κομμάτι αντιπαθητικής ή ανεπαρκούς εργασίας
Word Forms
Present Participlebungling
Past Tensebungled
Past Participlebungled
Third Person Singularbungles
Pluralbungles

Παραδείγματα Προτάσεων

make a bungle of translation

να κάνει λάθος στη μετάφραση

John bungled the job.

Ο Τζον έκανε λάθος στη δουλειά.

That last stupid bungle of his is the end.

Αυτό το τελευταίο ηλίθιο λάθος του είναι το τέλος.

made a bungle of the case due to inexperience.

έκανε λάθος στην υπόθεση λόγω ανεμπειρίας.

she had bungled every attempt to help.

έκανε λάθος σε κάθε προσπάθεια να βοηθήσει.

He is a fool who bungles constantly.

Είναι ένας ανήλικος που κάνει συνεχώς λάθος.

If you bungle a job, you must do it again!

Αν κάνεις λάθος σε μια δουλειά, πρέπει να την κάνεις ξανά!

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα