burlesquing comedy
παρωδία ως γέλιο
burlesquing performance
παρωδία ως παράσταση
burlesquing art
παρωδία ως τέχνη
burlesquing dance
παρωδία ως χορός
burlesquing satire
παρωδία ως ειρωνεία
burlesquing style
παρωδία ως στυλ
burlesquing humor
παρωδία ως χιούμορ
burlesquing skit
παρωδία ως σκίτς
burlesquing act
παρωδία ως πράξη
burlesquing theater
παρωδία ως θέατρο
he was burlesquing the famous actor during the performance.
εκείνος έκανε μίμηση του γνωστού ηθοποιού κατά τη διάρκεια της παράστασης.
the comedian enjoyed burlesquing everyday situations.
ο κωμιστής έχρησε αρκετά την μίμηση των καθημερινών καταστάσεων.
burlesquing the news can sometimes highlight its absurdity.
η μίμηση των ειδήσεων μπορεί να επισημαίνει πολλές φορές την ασυνήθιστη τους φύση.
she was burlesquing the teacher's strict rules in a funny way.
εκείνη έκανε μίμηση των αυστηρών κανόνων του δασκάλου με ένα γελοίο τρόπο.
his burlesquing of political figures drew both laughter and criticism.
η μίμηση των πολιτικών προσώπων του προκάλεσε και γέλιο και κριτική.
the play included burlesquing of popular culture references.
η παράσταση περιελάμβανε μίμηση αναφορών στη δημοφιλή πολιτιστική πραγματικότητα.
burlesquing can be a powerful tool for social commentary.
η μίμηση μπορεί να είναι ένα ισχυρό εργαλείο για κοινωνική σχολιαστική ανάλυση.
he was known for burlesquing his friends during gatherings.
εκείνος ήταν γνωστός για τη μίμηση των φίλων του κατά τις συγκεντρώσεις.
burlesquing traditional dances added a humorous twist to the show.
η μίμηση των παραδοσιακών χορών προσέθεσε ένα γελοίο περιστατικό στην παράσταση.
the artist's work often involves burlesquing societal norms.
το έργο του τέχνης συχνά ασχολείται με τη μίμηση των κοινωνικών νορμών.
burlesquing comedy
παρωδία ως γέλιο
burlesquing performance
παρωδία ως παράσταση
burlesquing art
παρωδία ως τέχνη
burlesquing dance
παρωδία ως χορός
burlesquing satire
παρωδία ως ειρωνεία
burlesquing style
παρωδία ως στυλ
burlesquing humor
παρωδία ως χιούμορ
burlesquing skit
παρωδία ως σκίτς
burlesquing act
παρωδία ως πράξη
burlesquing theater
παρωδία ως θέατρο
he was burlesquing the famous actor during the performance.
εκείνος έκανε μίμηση του γνωστού ηθοποιού κατά τη διάρκεια της παράστασης.
the comedian enjoyed burlesquing everyday situations.
ο κωμιστής έχρησε αρκετά την μίμηση των καθημερινών καταστάσεων.
burlesquing the news can sometimes highlight its absurdity.
η μίμηση των ειδήσεων μπορεί να επισημαίνει πολλές φορές την ασυνήθιστη τους φύση.
she was burlesquing the teacher's strict rules in a funny way.
εκείνη έκανε μίμηση των αυστηρών κανόνων του δασκάλου με ένα γελοίο τρόπο.
his burlesquing of political figures drew both laughter and criticism.
η μίμηση των πολιτικών προσώπων του προκάλεσε και γέλιο και κριτική.
the play included burlesquing of popular culture references.
η παράσταση περιελάμβανε μίμηση αναφορών στη δημοφιλή πολιτιστική πραγματικότητα.
burlesquing can be a powerful tool for social commentary.
η μίμηση μπορεί να είναι ένα ισχυρό εργαλείο για κοινωνική σχολιαστική ανάλυση.
he was known for burlesquing his friends during gatherings.
εκείνος ήταν γνωστός για τη μίμηση των φίλων του κατά τις συγκεντρώσεις.
burlesquing traditional dances added a humorous twist to the show.
η μίμηση των παραδοσιακών χορών προσέθεσε ένα γελοίο περιστατικό στην παράσταση.
the artist's work often involves burlesquing societal norms.
το έργο του τέχνης συχνά ασχολείται με τη μίμηση των κοινωνικών νορμών.
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now