buys

[ΗΠΑ]/baɪz/
[ΗΒ]/bɑɪz/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. αγοράζει κάτι; αποκτά κάτι πληρώνοντας χρήματα για αυτό; κάνει θυσία για να αποκτήσει κάτι; έχει αρκετά χρήματα για να τα βάλει; διώχνει κάποιον

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

who buys

ποιος αγοράζει

buys time

αγοράζει χρόνο

buys food

αγοράζει τρόφιμα

buys clothes

αγοράζει ρούχα

buys gifts

αγοράζει δώρα

buys tickets

αγοράζει εισιτήρια

buys shares

αγοράζει μετοχές

buys products

αγοράζει προϊόντα

buys services

αγοράζει υπηρεσίες

buys online

αγοράζει online

Παραδείγματα Προτάσεων

she buys groceries every saturday.

αγοράζει προϊόντα στο σούπερ μάρκετ κάθε σάββατο.

he buys a new car every few years.

αγοράζει ένα νέο αυτοκίνητο κάθε λίγα χρόνια.

the company buys raw materials in bulk.

η εταιρεία αγοράζει απαραίτητα υλικά σε μεγάλες ποσότητες.

they buy gifts for their friends on special occasions.

αγοράζουν δώρα για τους φίλους τους σε ειδικές περιστάσεις.

she buys clothes online to save time.

αγοράζει ρούχα online για να αποτρέπει το χρόνο.

he buys books to expand his knowledge.

αγοράζει βιβλία για να επεκταθεί η γνώση του.

the restaurant buys fresh produce daily.

το εστιατόριο αγοράζει νεότριτα προϊόντα καθημερινά.

they buy tickets for the concert in advance.

αγοράζουν εισιτήρια για το συναυλία εκ των προτέρων.

she buys a subscription to the magazine every year.

αγοράζει μια συνδρομή στο περιοδικό κάθε χρόνο.

the school buys supplies for the students.

το σχολείο αγοράζει υλικά για τους μαθητές.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα