campaignings

[US]/ˈkæm.peɪn.ɪŋ/
[UK]/kam-ˈpeɪn-iŋ/
Frequency: Very High

Translation

v. η δραστηριότητα της προσπάθειας να πείσεις ανθρώπους να ψηφίσουν για εσένα ή για τις ιδέες σου σε μια εκλογή ή άλλη δημόσια απόφαση
n. μια σειρά ενεργειών που αποσκοπούν στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου, όπως η προώθηση ενός προϊόντος ή μιας ιδέας

Phrases & Collocations

political campaigning

πολιτική προεκλογική εκστρατεία

active campaigning

ενεργή προεκλογική εκστρατεία

campaigning efforts

προσπάθειες προεκλογικής εκστρατείας

effective campaigning

αποτελεσματική προεκλογική εκστρατεία

campaigning strategies

στρατηγικές προεκλογικής εκστρατείας

grassroots campaigning

προεκλογική εκστρατεία από τη βάση

campaigning skills

δεξιότητες προεκλογικής εκστρατείας

campaigning tactics

τακτικές προεκλογικής εκστρατείας

campaigning issues

θέματα προεκλογικής εκστρατείας

online campaigning

διαδικτυακή προεκλογική εκστρατεία

Example Sentences

the team is campaigning for environmental protection.

Η ομάδα προωθεί ενεργά την προστασία του περιβάλλοντος.

she has been campaigning tirelessly for education reform.

Έχει αγωνιστεί ακούραστα για την μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης.

they are campaigning to raise awareness about mental health.

Προωθούν την ευαισθητοποίηση σχετικά με την ψυχική υγεία.

the candidates are campaigning across the country.

Οι υποψήφιοι προωθούν τις υποψηφιότητές τους σε όλη τη χώρα.

campaigning for social justice is essential in today's society.

Η προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι απαραίτητη στην κοινωνία της σημερινής εποχής.

he spent months campaigning for his favorite charity.

Έχει περάσει μήνες προωθώντας το αγαπημένο του ίδρυμα.

we are campaigning to improve public transportation.

Προωθούμε τη βελτίωση των μέσων μαζικής μεταφοράς.

campaigning effectively requires a strong strategy.

Η αποτελεσματική προώθηση απαιτεί μια ισχυρή στρατηγική.

she is campaigning for better healthcare services.

Προωθεί καλύτερες υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης.

they are campaigning against climate change.

Προωθούν ενάντια στην κλιματική αλλαγή.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now