canceled

[ΗΠΑ]/ˈkænsəld/
[ΗΒ]/ˈkæn.sɛld/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να τερματίζει επίσημα κάτι· να ακυρώνει ή να καταργεί
adj. που έχει ακυρωθεί ή καταργηθεί

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

flight canceled

πτήση ακυρώθηκε

event canceled

εκδήλωση ακυρώθηκε

meeting canceled

συνάντηση ακυρώθηκε

order canceled

παραγγελία ακυρώθηκε

trip canceled

ταξίδι ακυρώθηκε

subscription canceled

συνδρομή ακυρώθηκε

contract canceled

συμβόλαιο ακυρώθηκε

service canceled

υπηρεσία ακυρώθηκε

reservation canceled

κράτηση ακυρώθηκε

appointment canceled

ραντεβού ακυρώθηκε

Παραδείγματα Προτάσεων

the meeting was canceled due to unforeseen circumstances.

Η συνάντηση ακυρώθηκε λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων.

my flight was canceled because of bad weather.

Η πτήση μου ακυρώθηκε λόγω κακού καιρού.

the concert was canceled, and tickets will be refunded.

Η συναυλία ακυρώθηκε και τα εισιτήρια θα επιστραφούν.

she was disappointed when her plans were canceled.

Ήταν απογοητευμένη όταν ακυρώθηκαν τα σχέδιά της.

they canceled the event after receiving complaints.

Ακύρωσαν την εκδήλωση αφού έλαβαν παράπονα.

the project was canceled due to budget cuts.

Το έργο ακυρώθηκε λόγω περικοπών στον προϋπολογισμό.

his subscription was canceled without notice.

Η συνδρομή του ακυρώθηκε χωρίς προειδοποίηση.

the class was canceled for the holiday weekend.

Το μάθημα ακυρώθηκε για το τριήμερο των διακοπών.

the appointment was canceled at the last minute.

Το ραντεβού ακυρώθηκε τελευταία στιγμή.

due to illness, the tournament was canceled.

Λόγω ασθένειας, το τουρνουά ακυρώθηκε.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα