cardstock

[US]/ˈkɑːdˌstɒk/
[UK]/ˈkɑːrdˌstɑːk/
Frequency: Very High

Translation

n. Ένα παχύ είδος χαρτιού που χρησιμοποιείται για την κατασκευή καρτών, προσκλήσεων και άλλων χειροποιητών.

Phrases & Collocations

cardstock paper

χαρτοπετσέτα

cardstock weight

βάρος χαρτοπετσέτας

cardstock sheets

φύλλα χαρτοπετσέτας

cardstock stock

χαρτοπετσέτα

cardstock prints

τυπώματα χαρτοπετσέτας

cardstock crafts

χειροποίητα χαρτοπετσέτας

cardstock projects

έργα χαρτοπετσέτας

cardstock colors

χρώματα χαρτοπετσέτας

cardstock designs

σχέδια χαρτοπετσέτας

cardstock options

επιλογές χαρτοπετσέτας

Example Sentences

she printed the invitations on high-quality cardstock.

εκτύπωσε τις προσκλήσεις σε χαρτόνι υψηλής ποιότητας.

cardstock is ideal for making greeting cards.

το χαρτόνι είναι ιδανικό για την κατασκευή καρτών ευχής.

he used cardstock to create a sturdy poster.

χρησιμοποιήσε το χαρτόνι για να δημιουργήσει ένα ανθεκτικό πόστερ.

we need to buy some colorful cardstock for the project.

χρειαζόμαστε να αγοράσουμε κάποιο χαρτόνι με χρώματα για το έργο.

cardstock can be easily cut into various shapes.

το χαρτόνι μπορεί να κοπεί εύκολα σε διάφορες μορφές.

she prefers using cardstock for scrapbooking.

προτιμά το χαρτόνι για την επεξεργασία χαρτιού.

make sure to choose the right weight of cardstock.

βεβαιστε ότι επιλέγετε το σωστό βάρος του χαρτονιού.

cardstock comes in many colors and finishes.

το χαρτόνι διατίθεται σε πολλά χρώματα και τελειώματα.

he designed a business card using thick cardstock.

σχεδίασε μια κάρτα επαφών χρησιμοποιώντας παχύ χαρτόνι.

using cardstock for crafts adds durability to the creations.

η χρήση χαρτονιού σε εργασίες προσθέτει αντοχή στις δημιουργίες.

Popular Words

Explore frequently searched vocabulary

Download App to Unlock Full Content

Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!

Download DictoGo Now