care

[ΗΠΑ]/keə/
[ΗΒ]/kɛr/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

n. φροντίδα, επιμέλεια; ανησυχία, φόβος
vi. ανησυχώ, ενδιαφέρομαι
vt. ενδιαφέρομαι, επιθυμώ, μου αρέσει
Word Forms
Present Participlecaring
Third Person Singularcares
Past Tensecared
Pluralcares
Past Participlecared

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

take care

να προσέχετε

care for

φροντίδα για

care about

να νοιαζόμαστε για

self-care

αυτοφροντίδα

careful planning

προσεκτικός σχεδιασμός

take care of

να φροντίζετε

care of

φροντίδα

health care

υγειονομική περίθαλψη

medical care

ιατρική περίθαλψη

don't care

δεν με νοιάζει

nursing care

νοσοθεραπεία

skin care

περιποίηση δέρματος

take good care

να φροντίζετε καλά

with care

με προσοχή

personal care

προσωπική φροντίδα

health care products

προϊόντα υγειονομικής περίθαλψης

child care

φροντίδα παιδιών

health care system

σύστημα υγειονομικής περίθαλψης

intensive care

εντατική περίθαλψη

Παραδείγματα Προτάσεων

the care of the elderly.

η φροντίδα των ηλικιωμένων.

the health care industry.

η βιομηχανία υγειονομικής περίθειας.

home care for the elderly.

φροντίδα ηλικιωμένων στο σπίτι

they didn't care a stiver.

δεν τους ένοιαζε καθόλου.

the ward and care of the Crown.

η φρούρου και η φροντίδα της Αυτοκρατορίας.

didn't care for the movie.

δεν τους άρεσε η ταινία.

I do not care a groat.

δεν με ενδιαφέρει καθόλου.

you didn't care a jot.

δεν σου ένοιαζε καθόλου.

a successful career in management.

μια επιτυχημένη καριέρα στη διοίκηση.

a chosen career path.

ένα επιλεγμένο επαγγελματικό μονοπάτι.

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα