cares

[ΗΠΑ]/[kɛəz]/
[ΗΒ]/[ˈkɛrz]/
Συχνότητα: Πολύ Υψηλό

Μετάφραση

v. να ανησυχεί ή να ενδιαφέρεται; να ανησυχεί; να είναι υπεύθυνος; να έχει επιβλεπτικό ρόλο
n. ανησυχίες; αντικαταβολές; το αισθημα της ανησυχίας ή ενδιαφέροντος

Φράσεις & Συνηθισμένοι Συνδυασμοί

who cares?

Ποιος νοιάζεται;

doesn't care

δε νοιάζεται

cares about

νοιάζεται για

careless driver

αμελής οδηγός

careful planning

προσεκτικός σχεδιασμός

cared deeply

νοιάζονταν βαθιά

cares less

νοιάζεται λιγότερο

taking care

να φροντίζει

cares for

νοιάζεται για

no cares

δε νοιάζει

Δημοφιλείς Λέξεις

Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο

Κατεβάστε την εφαρμογή για να ξεκλειδώσετε όλο το περιεχόμενο

Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!

Κατεβάστε το DictoGo τώρα