carry out
εκτελώ
carry on
συνεχίζω
carry away
να απομακρύνω
carry forward
μεταφέρετε μπροστά
carry off
να κλέψω
carry through
να ολοκληρώσω
carry in
να κουβαλώ μέσα
carry with
να κουβαλώ μαζί
carry on with
να συνεχίσω
carry around
να κουβαλώ μαζί
carry over
να μεταφέρω
fetch and carry
να φέρω και να κουβαλήσω
carry trade
μεταφορά κεφαλαίων
carry about
να κουβαλώ μαζί
carry the torch
να κρατήσω τη φλόγα
carry weight
να έχει σημασία
carry up
να μεταφέρω πάνω
carry back
να επιστρέψω
carry bag
τσάντα μεταφοράς
carry the can
να φέρω την ευθύνη
to carry in a punt.
να μεταφέρει με βάρκα.
carry all of the blame.
να φέρει όλη την ευθύνη.
carry sth. by hand
να μεταφέρει κάτι με το χέρι.
carry a road into the mountains
να φτιάξει δρόμο στα βουνά.
a carry of two yards.
ένα carry δύο γιαρδών.
carry on a love affair.
να συνεχίσει μια ερωτική σχέση.
carry on in the face of disaster.
να συνεχίσει παρά την καταστροφή.
carry on negotiation with sb.
να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με κάποιον.
she was carrying twins.
αυτή κουβαλούσε δίδυμα.
he could not carry the cabinet.
Δεν μπορούσε να κουβαλήσει το ντουλάπι.
they carry on in a very adult fashion.
συνεχίζουν με έναν πολύ ώριμο τρόπο.
they carry some psychological luggage.
έχουν κάποια ψυχολογικά φορτία.
carry out grand manoeuvres
να εκτελέσει μεγάλους ελιγμούς.
attempt to carry out a plan
να προσπαθήσει να εκτελέσει ένα σχέδιο.
carry out
εκτελώ
carry on
συνεχίζω
carry away
να απομακρύνω
carry forward
μεταφέρετε μπροστά
carry off
να κλέψω
carry through
να ολοκληρώσω
carry in
να κουβαλώ μέσα
carry with
να κουβαλώ μαζί
carry on with
να συνεχίσω
carry around
να κουβαλώ μαζί
carry over
να μεταφέρω
fetch and carry
να φέρω και να κουβαλήσω
carry trade
μεταφορά κεφαλαίων
carry about
να κουβαλώ μαζί
carry the torch
να κρατήσω τη φλόγα
carry weight
να έχει σημασία
carry up
να μεταφέρω πάνω
carry back
να επιστρέψω
carry bag
τσάντα μεταφοράς
carry the can
να φέρω την ευθύνη
to carry in a punt.
να μεταφέρει με βάρκα.
carry all of the blame.
να φέρει όλη την ευθύνη.
carry sth. by hand
να μεταφέρει κάτι με το χέρι.
carry a road into the mountains
να φτιάξει δρόμο στα βουνά.
a carry of two yards.
ένα carry δύο γιαρδών.
carry on a love affair.
να συνεχίσει μια ερωτική σχέση.
carry on in the face of disaster.
να συνεχίσει παρά την καταστροφή.
carry on negotiation with sb.
να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με κάποιον.
she was carrying twins.
αυτή κουβαλούσε δίδυμα.
he could not carry the cabinet.
Δεν μπορούσε να κουβαλήσει το ντουλάπι.
they carry on in a very adult fashion.
συνεχίζουν με έναν πολύ ώριμο τρόπο.
they carry some psychological luggage.
έχουν κάποια ψυχολογικά φορτία.
carry out grand manoeuvres
να εκτελέσει μεγάλους ελιγμούς.
attempt to carry out a plan
να προσπαθήσει να εκτελέσει ένα σχέδιο.
Εξερευνήστε συχνά αναζητημένο λεξιλόγιο
Θέλετε να μάθετε λεξιλόγιο πιο αποδοτικά; Κατεβάστε την εφαρμογή DictoGo και απολαύστε περισσότερες δυνατότητες απομνημόνευσης και επανάληψης λεξιλογίου!
Κατεβάστε το DictoGo τώρα