| Plural | casualnesses |
at the casualness of the waiter.
στην απλότητα του προσωπικού.
a sense of casualness in the office
μια αίσθηση απλότητας στο γραφείο
maintain a level of casualness
να διατηρήσετε ένα επίπεδο απλότητας
approach the situation with casualness
να προσεγγίσετε την κατάσταση με απλότητα
casualness in his demeanor
απλότητα στη συμπεριφορά του
a touch of casualness in her speech
μια διάθεση απλότητας στην ομιλία της
casualness in their interactions
απλότητα στις αλληλεπιδράσεις τους
exude an air of casualness
να εκπέμπετε ένα αίσθημα απλότητας
casualness in their relationship
απλότητα στη σχέση τους
she carried herself with casualness
είχε αυτοπεποίθηση απλότητας
at the casualness of the waiter.
στην απλότητα του προσωπικού.
a sense of casualness in the office
μια αίσθηση απλότητας στο γραφείο
maintain a level of casualness
να διατηρήσετε ένα επίπεδο απλότητας
approach the situation with casualness
να προσεγγίσετε την κατάσταση με απλότητα
casualness in his demeanor
απλότητα στη συμπεριφορά του
a touch of casualness in her speech
μια διάθεση απλότητας στην ομιλία της
casualness in their interactions
απλότητα στις αλληλεπιδράσεις τους
exude an air of casualness
να εκπέμπετε ένα αίσθημα απλότητας
casualness in their relationship
απλότητα στη σχέση τους
she carried herself with casualness
είχε αυτοπεποίθηση απλότητας
Explore frequently searched vocabulary
Want to learn vocabulary more efficiently? Download the DictoGo app and enjoy more vocabulary memorization and review features!
Download DictoGo Now